Ο σακχαρώδης διαβήτης, αποτελεί μια νόσο που από πολλούς χαρακτηρίζεται ως σύγχρονη πανδημία. Στον διαβήτη, με απλά λόγια θα μπορούσαμε να πούμε ότι είτε το πάγκρεας αδυνατεί να παράγει τις απαιτούμενες ποσότητες ινσουλίνης ή / και η ινσουλίνη δεν είναι ικανή να βάλει την γλυκόζη από το αίμα στο κύτταρο. Σε κάθε περίπτωση έχουμε αυξημένα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα, με αποτέλεσμα την δημιουργία των συμπτωμάτων και των επιπλοκών της νόσου.

Οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζουμε ότι υπάρχουν δύο «τύποι» σακχαρώδους διαβήτη, ο τύπου 1, που ο ασθενής χρειάζεται ενέσεις ινσουλίνης και ο τύπου 2, που χειρίζεται με φάρμακα. Στην πραγματικότητα τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι και τα όρια του κάθε τύπου δεν είναι πάντα διακριτά.

Στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, το ίδιο το σώμα καταστρέφει τα β- κύτταρα του παγκρέατος, που παράγουν την ινσουλίνη, με αυτοάνοσους μηχανισμούς. Στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, υπάρχουν αυξημένες ανάγκες για ινσουλίνη κυρίως λόγω της λεγόμενης «αντίστασης στην ινσουλίνη», ενώ το β- κύτταρο των ασθενών αυτών είναι γενετικά προκαθορισμένο να μην μπορεί να ανταπεξέλθει στην αυξημένη παραγωγή ινσουλίνης. Και στις δύο περιπτώσεις η γλυκόζη στο αίμα αυξάνει και εμφανίζονται τα κλινικά συμπτώματα του διαβήτη.

Στο διαβήτη τύπου 1, η εξάντληση των β- κυττάρων που παράγουν ινσουλίνη είναι ραγδαία, όπως επίσης και τα συμπτώματα (πολυουρία, πολυφαγία, πολυδιψία). Αντιθέτως, ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 συνήθως είναι μια μακρόχρονη διαδικασία με που διαρκεί 10-15 έτη.

Ο τύπος 1 μπορεί να διακριθεί από τον διαβήτη τύπου 2 μέσω μιας μέτρησης του C-πεπτιδίου, η οποία μετρά την ενδογενή παραγωγή ινσουλίνης καθώς και από την παρουσία αντισωμάτων. Ο διαβήτης τύπου 1 μπορεί να εμφανιστεί σε οποιοδήποτε ηλικία, αν και είναι πιο σύνηθες σε παιδία και εφήβους με κορύφωση στην ηλικία των 13 ετών. Ο διαβήτης τύπου 2 εμφανίζεται συνήθως σε μεγαλύτερη ηλικία, αν και με την αύξηση του επιπολασμού της παχυσαρκίας πλέον είναι σύνηθες νόσος ακόμα και σε παιδιά.

Παρόλο που ο διαβήτης ταξινομείται σε δύο κύριους τύπους, τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ινσουλινοθεραπευόμενος) και τύπου 2 (μη ινσουλινοθεραπευόμενος) διαβήτης, υπάρχουν και άλλες μορφές διαβήτη, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης κυήσεως, μονογονιδιακές μορφές διαβήτη (MODY, νεογνικός διαβήτης), παθήσεις της εξωκρινούς μοίρας του παγκρέατος πχ σε κυστική ίνωση ή παρενέργεια της φαρμακευτικής αγωγής πχ κορτιζόνη.

Μια λιγότερο γνωστή υποκατηγορία σακχαρώδους διαβήτη, που επηρεάζει τους ενήλικες, με πολλά χαρακτηριστικά του διαβήτη τύπου 2, αλλά με υψηλότερο κίνδυνο «ανάγκης» για θεραπεία με ινσουλίνη, είναι η κατάσταση που είναι γνωστή ως όψιμος αυτοάνοσος διαβήτης των ενηλίκων (Latent Autoimmune Diabetes in Adults) ή LADA.

Ο όψιμος αυτοάνοσος διαβήτης  των ενηλίκων (LADA) είναι μια σχετικά νέα ταξινόμηση που συνδυάζει στοιχεία και από τους δύο τύπους διαβήτη, για αυτό και αναφέρεται και ως διαβήτης 1,5.  Ο διαβήτης LADA είναι ένα υποσύνολο του διαβήτη τύπου 1, συχνά όμως διαγιγνώσκεται λανθασμένα ως τύπου 2, λόγω της αρχικής θετικής αντίδρασης στην από του στόματος φαρμακευτική αγωγή.

Η εταιρία ανοσολογίας του διαβήτη (Immunology Of Diabetes Society) έχει προτείνει τα εξής 3 κριτήρια για την διάγνωση του σακχαρώδους διαβήτη τύπου LADA:

  1. Ηλικία έναρξης στην ενήλικο ζωή (άνω 30 ετών)
  2. Κυκλοφορία ενός τουλάχιστον αυτοαντισώματος (GAD, IAA, ICA, IA-2)
  3. Αρχική ανεξαρτησία από την ινσουλίνη για τουλάχιστον 3 μήνες

Τα συνηθισμένα χαρακτηριστικά των ασθενών με LADA είναι:

  1. η εμφάνιση διαβήτη σε ηλικία μικρότερη των 50 ετών,
  2. η ύπαρξη οξέων συμπτωμάτων (πολυουρία, πολυφαγία, πολυδιψία, με απώλεια βάρους)
  3. η κλινική εικόνα που δεν χαρακτηρίζεται από υπέρβαρο ή παχυσαρκία (ΔΜΣ<25kg/m2),
  4. ατομικό ιστορικό άλλων αυτοάνοσων νόσων
  5. Κληρονομικό ιστορικό άλλων αυτοάνοσων νόσων

Η ύπαρξη 2 από τα 5 χαρακτηριστικά έχει 90% ευαισθησία και 71% ειδικότητα για διαβήτη τύπου LADA, ενώ η ύπαρξη ενός ή κανενός είχε 99% αρνητική προγνωστική αξία για διαβήτη τύπου LADA (1).

Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου LADAσυνήθως δεν έχουν στοιχεία μεταβολικού συνδρόμου, οικογενειακό ιστορικό για διαβήτη τύπου 2 και στον αρχικό έλεγχο υπεργλυκαιμίας αντιμετωπίζονται καλά με δίαιτα και από του στόματος αντιδιαβητικούς παράγοντες, ενώ η ανάγκη για εξωγενή χορήγηση ινσουλίνης έρχεται εντός μηνών ή λίγων ετών μετά την διάγνωση.

Η κετοξέωση είναι μια βραχυπρόθεσμη επιπλοκή του LADA, ιδιαίτερα όταν το πάγκρεας έχει χάσει μεγάλο μέρος της ικανότητάς του να παράγει ινσουλίνη. Τα άτομα με LADA θα πρέπει να γνωρίζουν τα σημάδια της κετοξέωσης και τον τρόπο δοκιμής για κετόνες εάν χρειάζεται. (2)

Οι ασθενείς με LADA ταξινομούνται σε δυο υποκατηγορίες:

  • LADA1 με υψηλό τίτλο αντισωμάτων και
  • LADA2 με χαμηλό τίτλο αντισωμάτων

Περίπου το 20% των ασθενών που έχουν διαγνωστεί με διαβήτη τύπου 2 μπορεί να έχουν LADA. Αυτό αντιπροσωπεύει το 5-10% του συνολικού πληθυσμού με διαβήτη, τον ίδιο αριθμό με τον διαβήτη τύπου 1. Παρά τη συχνότητα εμφάνισης του LADA, δεν υπάρχουν καθολικές συστάσεις σχετικά με τη δοκιμή αντισωμάτων σε διαβήτη ενηλίκων. Απαιτείται αξιόπιστη κλινική στρατηγική για τον εντοπισμό των ενηλίκων με διαβήτη, που έχουν υψηλή πιθανότητα εμφάνισης LADA και την ανάγκη για έλεγχο αντισωμάτων νησιδίων. (3)

Οι περισσότεροι ειδικοί χορηγούν πλέον κατευθείαν ινσουλίνη κατά τη διάγνωση του διαβήτη LADA, αποφεύγοντας τα χάπια, καθώς στον τύπο LADA, η μόνη επιλογή που αποδεδειγμένα θα κρατήσει ρυθμισμένο τον ασθενή και να διασώσει β- κύτταρα είναι η ινσουλίνη. Η διαφορά από τον τύπο 1 είναι ότι μπορεί για αρκετό χρονικό διάστημα να μη χρειαστεί εντατικοποίηση του σχήματος και να αρκεί πχ μια ένεση βασικής ινσουλίνης την ημέρα. Υπάρχουν και περιπτώσεις που μπορεί το σάκχαρο να ρυθμίζεται μόνο με δισκία, αλλά στη συντριπτική πλειοψηφία αυτή η τακτική είναι καταδικασμένη να αποτύχει σε σχετικά σύντομο διάστημα. Η μετφορμίνη είναι πιθανώς χρήσιμη σε παχύσαρκους ασθενείς με LADA, ενώ οι θειαζολιδινεδιόνες (TZD) φαίνεται να προλαμβάνουν τον διαβήτη σε πειράματα σε ποντίκια, χωρίς επιβεβαίωση για τους ανρθώπους (4)

Οι κίνδυνοι μακροπρόθεσμων επιπλοκών του διαβήτη είναι παρόμοιοι με τους κινδύνους σε άτομα με διαβήτη τύπου 1 και τύπου 2. Οι πιθανές μακροπρόθεσμες επιπλοκές του διαβήτη περιλαμβάνουν:

  • Καρδιακές παθήσεις και εγκεφαλικά επεισόδια
  • Αμφιβληστροειδοπάθεια (ασθένεια του αμφιβληστροειδούς)
  • Νεφροπάθεια (νεφροπάθεια)
  • Νευροπάθεια (νευροπάθεια)
  • Προβλήματα στα πόδια (2)

Συμπερασματικά, η κατάλληλη διάγνωση του LADA θα μπορούσε να αποτρέψει την λανθασμένη διάγνωση ως διαβήτη τύπου 2 και θα βοηθούσε στη βέλτιστη θεραπεία των ασθενών με LADA έτσι ώστε να διατηρηθεί η υπολειμματική λειτουργία των β-κυττάρων και να καθυστερήσει η περαιτέρω αυτοάνοση καταστροφή των β-κυττάρων.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

  1. Fourlanos S1, Perry C, Stein MS, Stankovich J, Harrison LC, Colman PG. A clinical screening tool identifies autoimmune diabetes in adults Diabetes Care. 2006 May;29(5):970-5.
  2. http://www.diabetes.co.uk/diabetes_lada.html
  3. Priyanka P. Brahmkshatriya, 1 ,* Anita A. Mehta, 2 Banshi D. Saboo, 3 and Ramesh K. Goyal4 Characteristics and Prevalence of Latent Autoimmune Diabetes in Adults (LADA) ISRN Pharmacol. 2012; 2012: 580202.
  4. Gunnar Stenström1, Anders Gottsäter2, Ekaterine Bakhtadze3, Bo Berger3 and Göran Sundkvist3 Latent Autoimmune Diabetes in Adults Definition, Prevalence, β-Cell Function, and Treatment Diabetes 2005 Dec; 54(suppl 2): S68-S72. https://doi.org/10.2337/diabetes.54.suppl_2.S68http://diabetes.diabetesjournals.org/content/54/suppl_2/S68

LEAVE A REPLY