Το τσάι (παλαιότερα γνωστό στην καθαρεύουσα ως τέιον) αποτελεί παγκόσμια το πιο διαδεδομένο ρόφημα και το πιο δημοφιλές ποτό στον κόσμο μετά το νερό. Το πράσινο, μαύρο και λευκό τσάι προέρχονται από τα φύλλα του δέντρου τσάι (Καμέλια η σινική – Camellia sinensis ή Καμέλια η θεά – Camellia thea).

Όσον αφορά τα είδη τσαγιού…

· Μαύρο (ζυμωμένο): είναι πιο διαδεδομένο στην Ευρώπη, στη Βόρεια Αμερική και στη Βόρεια Αφρική. Στη νοτιοανατολική Ασία προτιμάται το μαύρο τσάι με γάλα και μπαχαρικά το οποίο ονομάζεται Μασάλα Τσάι. Συγκεκριμένα το μαύρο τσάι το βάζουν σε βραστό γάλα και στη συνέχεια προστίθεται ζάχαρη και σε σκόνη αλεσμένα τα παρακάτω υλικά: πιπερόριζα (τζίντζερ), μαύρο πιπέρι, γαρίφαλο και κάρδαμο.

· Πράσινο (μη ζυμωμένο): είναι πιο διαδεδομένο στην ανατολική Ασία.

· Στην Ελλάδα είναι πιο δημοφιλές το τσάι του βουνού (γένος Sideritis). Στην Κρήτη αντί για τσάι προτιμάται το βότανο Δίκταμο (Origanum dictamnus).

Πως συνεισφέρει όμως το τσάι στην υγεία μας;

Τα αντιοξειδωτικά που διαθέτει το τσάι, εντάσσονται στην κατηγορία των φλαβονοειδών και ανήκουν σε μια οικογένεια φυσικών χημικών ουσιών που λέγονται πολυφαινόλες ή αλλιώς κατεχίνες, οι οποίες έχουν ευεργετικές δράσεις στην υπέρταση, στην αθηροσκλήρωση και στη θρομβογένεση. Οι πολυφαινόλες βοηθούν στην παραγωγή του μονοξειδίου του αζώτου από το ενδοθήλιο και με αυτόν τον τρόπο ενισχύουν την ενδοθηλιακή υγεία και μειώνουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου και εγκεφαλικών επεισοδίων. Στο πράσινο τσάι οι κατεχίνες αποτελούν το 80-90% των ολικών φλαβονοειδών, ενώ το μαύρο τσάι αποτελείται μόνο από το 20-30% των κατεχινών (Di Castelnuovo et al., 2012).

Σύμφωνα με μετα-ανάλυση 9 κλινικών δοκιμών, φάνηκε η προστατευτική δράση της κατανάλωσης τσαγιού στην αγγειοδιαστολή μέσω ροής της ραχιόνιας αρτηρίας (Flow Mediated Dilation, FMD) (Ras et al., 2011). Η κατανάλωση τσαγιού έχει ευεργετική δράση στην ενδοθηλιακή λειτουργία σε υγιή άτομα (Alexopoulos et al., 2008).

Το τσάι, περιέχει σε ποσοστό περίπου 3% το αλκαλοειδές καφεΐνη (όπως και ο καφές), γι’αυτόν τον λόγο η κατανάλωση του έχει παρόμοια επίδραση στον οργανισμό όπως και ο καφές, δηλαδή διεγείρει το νευρικό σύστημα και αυξάνει την αντοχή στην κούραση, σε μικρότερο όμως βαθμό.

§ Τσάι και καρδιαγγειακά νοσήματα-αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια: σύμφωνα με την πλειονότητα των επιστημονικών δεδομένων/απόψεων το τσάι δρα ευεργετικά στην πρόληψη των αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων (Arab et al., 2009, NHMRC 2011, Shen et al., 2012, Wang et al., 2011). Μεγάλες πληθυσμιακές μελέτες δείχνουν συσχέτιση ανάμεσα στην κατανάλωση τσαγιού και τη μείωση του κινδύνου καρδιαγγειακών νόσων. Επίσης, παρατηρήθηκε μείωση της χοληστερόλης και κυρίως της LDL, παρεμπόδιση της συσσώρευσης αιμοπεταλίων (αντιθρομβωτικός μηχανισμός) και τέλος μείωση της αρτηριακής πίεσης. Φυσικά, καμία τροφή από μόνη της δεν μπορεί να αποτρέψει ένα καρδιακό επεισόδιο, εάν δεν υπάρχει μια ισορροπημένη διατροφή σε συνδυασμό με ένα υγιεινό τρόπο ζωής χωρίς τσιγάρο, με τακτική άσκηση και μέτρια κατανάλωση αλκοόλ.

§ Τσάι και σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2: η πλειονότητα των επιστημονικών δεδομένων/απόψεων συγκλίνει ότι το τσάι παίζει ευεργετικό ρόλο έναντι της εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη (Huxley et al., 2009, Jing et al., 2009).

§ Τσάι και επίπεδα αρτηριακής πίεσης: σύμφωνα με μετα-ανάλυση 5 τυχαιοποιημένων κλινικών δοκιμών όσον αφορά τον ρόλο της πρόσληψης τσαγιού στα επίπεδα αρτηριακής πίεσης, δεν φάνηκε κάποια συσχέτιση ως προς τα επίπεδα της συστολικής ή διαστολικής αρτηριακής πίεσης (Taubert et al., 2007).

§ Τσάι και νόσος Parkinson: η κατανάλωση τσαγιού φάνηκε να έχει ευεργετική δράση όσον αφορά τη νόσο του Parkinson (Li et al., 2012).

§ Τσάι και επίπεδα λιπιδίων του αίματος: σύμφωνα με τα ευρήματα τυχαιοποιημένων κλινικών δοκιμών, φάνηκε ευεργετική δράση στα επίπεδα ολικής και LDL χοληστερόλης, χωρίς ωστόσο την ανάδειξη στατιστικά σημαντικών συσχετίσεων για τα επίπεδα της HDL χοληστερόλης ή των τριγλυκεριδίων (Kim et al., 2011, Zheng et al., 2011c).

Όσον αφορά τα φλαβονοειδή που περιέχονται στο τσάι…

Ένα φλιτζάνι τσάι αποτελείται περίπου από την τριπλάσια ποσότητα φλαβονοειδών1 σε σύγκριση με το χυμό πορτοκάλι, δηλαδή 150 mg ανά μερίδα (250 ml). Τα φλαβονοειδή υπάρχουν σε όλα τα είδη τσαγιού (μαύρο, πράσινο, ούλονγκ) επειδή προέρχονται από το ίδιο φυτό και ανάλογα με τη ζύμωση που υποβάλλονται μετά τη συγκομιδή, διαφοροποιείται και η περιεκτικότητά τους σε φλαβονοειδή. Έτσι, το μαύρο τσάι διαθέτει υψηλότερη περιεκτικότητα σε σύνθετα φλαβονοειδή όπως η θειοφλαβίνη και η θειορουβικίνη, ενώ το πράσινο είναι πλουσιότερο σε απλά φλαβονοειδή όπως οι κατεχίνες. Τέλος, η περιεκτικότητα σε φλαβονοειδή δεν επηρεάζεται τόσο στο κρύο όσο και στο ζεστό τσάι, αλλά ούτε και με την προσθήκη γλυκαντικών ουσιών, γάλακτος ή λεμονιού. Όμως, με την προσθήκη τους στο τσάι αυξάνονται οι θερμίδες και τα λιπαρά, γι’ αυτό προτιμάται το άπαχο ή ημιάπαχο γάλα και η αποφυγή της ζάχαρης.

Και κάτι ακόμα…

Ø Η βελτίωση της διάθεσης σε αυτούς που καταναλώνουν τσάι, οφείλεται κυρίως σε δύο φυσικές ουσίες που περιέχονται στο τσάι: την καφεΐνη και τη θειανίνη, η οποία συνεισφέρει στη λειτουργία του εγκεφάλου χωρίς να προκαλεί την εγρήγορση που δημιουργεί η καφεΐνη στον οργανισμό.

Ø Το τσάι αποτελεί καλή πηγή φθορίου, που προστατεύει τα δόντια από την τερηδόνα και ενισχύει το σμάλτο των δοντιών. Οι τανίνες που διαθέτει το τσάι είναι αποτελεσματικές στην πρόληψη και καταπολέμηση της τερηδόνας, καθώς αποτρέπουν την ανάπτυξη του βακτηρίου S.mutants. Τα φλαβονοειδή επίσης εμποδίζουν την δημιουργία πέτρας από τα στοματικά βακτήρια. Σύμφωνα με έναν συνεχώς αυξανόμενο αριθμό ερευνών η κατανάλωση μαύρου και πράσινου τσαγιού συμβάλει στην πρόληψη του καρκίνου του στόματος.

Ø Άτομα με χαμηλό σίδηρο, καθώς επίσης και ομάδες με υψηλό κίνδυνο όπως γυναίκες που κυοφορούν, παιδιά και έφηβοι θα πρέπει να αποφεύγουν την κατανάλωση τσαγιού με το φαγητό και να μην πίνουν τσάι πριν το γεύμα τους.

Ø Σε επιδημιολογικές μελέτες αναφέρεται ότι 2-5 φλιτζάνια τσάι ημερησίως είναι αρκετά για τη λήψη των θρεπτικών του συστατικών. Προτιμάται η κατανάλωση του να είναι στη διάρκεια της ημέρας και αυτό επειδή η περιεκτικότητα των αντιοξειδωτικών ουσιών στο πλάσμα συνίσταται να είναι όσο το δυνατόν υψηλή καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Τσάι και απώλεια βάρους

Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες μια συστηματική και ικανοποιητική κατανάλωση κατεχινών του τσαγιού, βοηθά στην αύξηση των ενεργειακών δαπανών, στην «καύση» των αποθηκευμένων λιπών, στη μεταβολή της κατανομής του λίπους (κατανομή/ σύσταση στο σώμα) και στη μείωση του λιπώδους ιστού που βρίσκεται στην περιοχή της κοιλιάς. Επιπρόσθετα, αποτελεί το ιδανικό υποκατάστατο θερμιδογόνων ροφημάτων, καθώς αν δεν εμπλουτιστεί με ζάχαρη και γάλα, έχει μηδενική θερμιδική αξία.

Ποιοι πρέπει να είναι προσεχτικοί με την κατανάλωση του τσαγιού;

Δεν υπάρχουν γνωστές αντενδείξεις, αλλά σύμφωνα με τις ενδεχόμενες φαρμακευτικές δράσεις των πολυφαινολών (π.χ. η ικανότητα τους να αποτρέπουν τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων), το εκχύλισμα πράσινου τσαγιού θα πρέπει να καταναλώνεται προσεκτικά από ασθενείς με ιστορικό αιμόλυσης ή αιμοστατικών δυσλειτουργιών. Προτιμάται να διακοπεί η κατανάλωσή του 14 ημέρες πριν από οποιαδήποτε εγχείρηση, ακόμα και οδοντιατρική. Τέλος, ορισμένα άτομα είναι αλλεργικά στο πράσινο τσάι.

Συμπερασματικά, βλέποντας την ευεργετική δράση του τσαγιού στην υγεία μας γίνεται κατανοητό ότι το δημοφιλές αυτό ρόφημα έχει θέση σε μία υγιεινή και ισορροπημένη διατροφή

LEAVE A REPLY