Η μετάβαση από την εργένικη ζωή στην γονεϊκότητα συνήθως συνοδεύεται με αρκετό άγχος από τους νέους γονείς. Η προσοχή τους επικεντρώνεται στη βρεφική ηλικία και σε όλες τις αλλαγές που φέρνει ένα μωράκι στην οικογενειακή ζωή. Πλέον οι προτεραιότητες είναι διαφορετικές και το πρόγραμμα των γονέων τροποποιείται για να προσαρμοστεί στις ανάγκες του νέου μέλους της οικογένειας που εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τους ίδιους.

Τα δύο πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού ανήκουν στην βρεφική ηλικία, όπου το βρεφάκι μεγαλώνοντας επιζητεί όλο και περισσότερο την εξερεύνηση του περιβάλλοντος που το περιβάλλει. Καθώς όμως μεγαλώνει, μπαίνει στην νηπιακή ηλικία όπου αρχίζει πλέον να διεκδικεί την αυτονομία και την ανεξαρτησία. Θέλει να κάνει πράγματα μόνο του, στον δικό του ρυθμό και περνάει πιο γρήγορα σε επόμενα στάδια τα οποία ίσως τρομάζουν τους γονείς. Πιο συγκεκριμένα επιδιώκει να σκαρφαλώνει πιο συχνά, δοκιμάζει να ανεβαίνει και να κατεβαίνει σκάλες και όλα αυτά χωρίς να αναζητά βοήθεια.

Επιπλέον κάτι πολύ σημαντικό που πρέπει να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας, είναι ότι το κομμάτι του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνο για τη λογική σκέψη δεν έχει αναπτυχθεί επαρκώς ακόμα. Συχνά και κυρίως στα νήπια που έχουν ικανοποιητική ομιλία από μικρά, πέφτουμε στην παγίδα και θεωρούμε ότι εφόσον μπορούν να συνεννοηθούν λεκτικά, μπορούν να μας πουν και τι θέλουν ή τι τα απασχολεί. Το ότι η ομιλία έχει εξελιχθεί, δεν σημαίνει ότι σκέφτονται όπως  οι ενήλικες ή τα επεξεργάζονται όλα με τη λογική. Τα ηνία στον τρόπο που δρουν τα παιδιά, τα κρατάει ακόμα το κομμάτι εκείνο του εγκεφάλου που σχετίζεται με το συναίσθημα και την παρορμητικότητα. Για παράδειγμα αν νιώσουν θυμό, θα το δείξουν ξεκάθαρα χωρίς να μπορούν να ρυθμίσουν το συναίσθημα τους, μια δεξιότητα που θα πρέπει να έχει κατακτηθεί έως την ενηλικίωση, ούτε να προσπαθήσουν να το καλύψουν για να μην στενοχωρήσουν τους γονείς τους.

Η νηπιακή ηλικία των παιδιών μας συνεπώς είναι αυτή που μας φέρνει αντιμέτωπη με τα δικά μας άλυτα θέματα! Αν εμείς ως ενήλικες δεν έχουμε μάθει να ρυθμίζουμε το συναίσθημα μας, δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε ως εξωτερικοί ρυθμιστές των συναισθημάτων του παιδιού μας. Επιπλέον, αν για εμάς υπάρχουν συναισθήματα που δεν δεχόμαστε και τα λογοκρίνουμε, όπως ο θυμός ή η στενοχώρια, τότε θα δυσκολευτούμε στο να τα δεχτούμε και να τα δουλέψουμε με τα παιδιά μας. Αν για παράδειγμα έχουμε ανατραφεί με την ιδέα ότι τα καλά παιδιά δεν θυμώνουν, τότε αυτόματα μια αντίστοιχη αντίδραση του παιδιού μας θα φιλτραριστεί από αυτά τα βιώματα.

Θέλει πολλή δουλειά εκ μέρους μας για να μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε, να αποδεχτούμε και να βοηθήσουμε και τα παιδιά μας να αποδεχτούν και να ρυθμίσουν τα συναισθήματα τους. Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει να έχουμε αποδεχτεί και αγαπήσει τον εαυτό μας και όλες τις πλευρές του. Αν δεν αποδεχόμαστε την πλευρά μας που γκρινιάζει, πώς θα αναγνωρίσουμε και θα ρυθμίσουμε την γκρίνια του παιδιού και πώς θα δούμε ποια ανάγκη του κρύβεται πίσω της; Ο στόχος όμως παραμένει πάντα ο ίδιος: Η σύνδεση με τα παιδιά μας!

LEAVE A REPLY