Είναι πραγματικά εκπληκτικό το πώς ορισμένες θεωρίες διατροφής τείνουν να ανακυκλώνονται στα μέσα μαζικής ενημέρωσης χωρίς την ύπαρξη πραγματικών επιστημονικών στοιχείων που τις υποστηρίζουν. Αυτό φαίνεται να ισχύει και για τις φήμες που ισχυρίζονται ότι γλυκαντικά χαμηλής θερμιδικής αξίας πιθανόν να υπονομεύουν τη ρύθμιση του σωματικού βάρους.

Σε αντίθεση με τις μελέτες σε ανθρώπους, που δείχνουν ότι τα γλυκαντικά χαμηλής θερμιδικής αξίας με την μείωση στην ενεργειακή πυκνότητα των τροφίμων και ποτών, μπορούν να είναι χρήσιμα στη διαχείριση βάρους (1,2), οι φήμες αυτές ισχυρίζονται ότι τα τεχνητα γλυκαντικά μας κάνουν να επιθυμούμε περισσότερη γλυκύτητα ή ότι διαταράσσουν τον έλεγχο της πρόσληψης ενέργειας.

Με στόχο την παροχή απαντήσεων με βάση αποδείξεις σε αυτούς τους ισχυρισμούς, μια νέα ανασκόπιση όλης της σύγχρονης βιβλιογραφίας (3) από τον καθηγητή Peter Rogers του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ από το Ηνωμένο Βασίλειο, εξετάζει τον αντίκτυπο των γλυκαντικών χαμηλών θερμίδων στον έλεγχο βάρους και αξιολογεί περαιτέρω τρεις ισχυρισμούς σχετικά με το αποτέλεσμα των γλυκαντικών χαμηλών θερμίδων στην πρόσληψη ενέργειας και την όρεξη μας για γλυκό,  1) τον ισχυρισμό για «σύγχυσης της γλυκιάς γεύσης», 2) τον ισχυρισμό για “εθισμό” στην γλυκιά γεύση και 3) τον ισχυρισμό για πρόκληση «συνειδητής υπεραντιστάθμισης».

Με βάση τα τρέχοντα στοιχεία, ο συντάκτης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν επιστημονικά αποδεικτικά στοιχεία που να υποστηρίζουν αυτούς τους ισχυρισμούς και εξηγεί γιατί αυτές οι θεωρίες έχουν επιστημονική βάση στο έγγραφο ανασκόπησης του με τίτλο «Ο ρόλος των γλυκαντικών χαμηλών θερμίδων στην πρόληψη και αντιμετώπιση του υπερβολικού βάρους και της παχυσαρκίας: αποδεικτικά στοιχεία έναντι εικασίας».

1) Ο ισχυρισμός για «σύγχυσης της γλυκιάς γεύσης»
Πρώτα απ ‘όλα, πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποστηρίζουν τον ισχυρισμό περί «σύγχυσης της γλυκιάς γεύσης» σε ανθρώπους. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, σε μελέτες σε ζώα, τα τεχνητά γλυκαντικά με χαμηλή περιεκτικότητα σε θερμίδες, θα μπορούσαν ναδιαταράξουν τον τρόπο που ο οργανισμός έχει μάθει να ελέγχει την πρόσληψη ενέργειας και τη ρύθμιση του βάρους, επειδή υπάρχει μια αναντιστοιχία μεταξύ της γλυκιάς γεύσης και της πρόσληψης θερμίδων. Ωστόσο, η πλειοψηφία των μελετών σε ζώα δεν επιβεβαιώνει τη θεωρία ότι γλυκαντικά χαμηλής θερμιδικής αξίας θα διαταράσσουν τη συσχέτιση γλυκύτητας-ενέργειας, μιας θεωρίας που αναπαράχθηκε περαιτέρω από ευρήματα μιας σειράς μελετών σε αρουραίους με χορήγηση σακχαρίνης από τους Swithers et al. (4) Πράγματι, πρόσφατη μελέτη (5) που επανέλαγε την η μελέτη με παρόμοια πειράματα του Swithers κατέληξε στο συμπέρασμα: “Τα αποτέλεσματα είναι αντίθετα με τα ευρήματα της ομάδας των Swithers, αλλά συμφωνεί την πλειοψηφία της έρευνας σε ζώα και ανθρώπους, που υποδηλώνουν ότι η κατανάλωση των μη θρεπτικών γλυκαντικών ουσιών δεν είναι περισσότερο επιβλαβής από των θερμιδικών γλυκαντικών “.

Αλλά γιατί οι μελέτες παρόμοιου σχεδιασμού μελέτης βρίσκουν διαφορετικά αποτελέσματα;

Η απόκλιση φαίνεται να εξηγείται από μια σημαντική διαφορά στη διαδικασία. Φαίνεται ότι ένα σημαντικό αποδεικτικό στοιχείο, που χρησιμοποιήθηκε για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό ότι γλυκαντικά χαμηλής θερμιδικής αξίας διαταράσσουν τον έλεγχο της πρόσληψης ενέργειας στους Swithers et al., βασίστηκε σε ψευδείς παραδοχές που συγχέονται από ένα διαδικαστικό τεχνούργημα.

2) Ο ισχυρισμός για γλυκά χωρίς θερμίδες και “εθισμό” στην γλυκιά γεύση

Το δεύτερο επιχείρημα κατά των γλυκαντικών χαμηλών θερμίδων είναι μάλλον το πιο σημαντικό μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής υποστηρίζοντας ότι η έκθεση στη γλυκιά γεύση χωρίς θερμίδες μπορεί να ενθαρρύνει την ανάγκη κατανάλωσης γλυκών και ως εκ τούτου την αυξημένη πρόσληψη γλυκισμάτων, ενεργειακών τροφίμων και ποτών. Ωστόσο, μέσω πολλών αποδείξεων τόσο από βραχυπρόθεσμες, όσο και από μακροπρόθεσμες μελέτες σε ανθρώπους δεν υποστηρίζεται η υπόθεση αυτή (6) και μάλλον φαίνεται ότι η κατανάλωση γλυκαντικών χαμηλών θερμίδων, που μελετάται κυρίως με τη μορφή ποτών, δεν αυξάνει την ενεργειακή πρόσληψη και μπορεί να έχει σε κάποιο βαθμό το πλεονέκτημα της ικανοποίησης της επιθυμίας για γλυκό, όταν καταναλώνεται λίγο πριν ή μαζί με το γεύμα.

3) Ο ισχυρισμός ότι μπορεί συνειδητά να υπερκαλύψουμε την πρόσληψη ενέργειας, όταν επιλέγουμε τρόφιμα μειωμένα με θερμίδες

Το ερώτημα αυτό έχει να κάνει με την ανθρώπινη συμπεριφορά και για το αν οι άνθρωποι μπορούν συνειδητά να υπερκαλύπτουν τις «θερμίδες που εξοικονομούνται» όταν γνωρίζουν ότι καταναλώνουν  ζαχαρούχα τρόφιμα χαμηλά σε θερμίδες ή ποτά με λιγότερες ή καθόλου θερμίδες.

Αυτό που γνωρίζουμε μέχρι σήμερα από τις μελέτες ελεύθερης παρέμβασης είναι ότι υπάρχει ελάχιστη ή καθόλου συνειδητή αποζημίωση των θερμίδων που εξοικονομήθηκαν, όταν οι γλυκαντικές ουσίες χαμηλών θερμίδων υποκαθιστούν τη ζάχαρη ως μέρος μιας δίαιτας για απώλεια βάρους χαμηλών θερμίδων. Από την άλλη πλευρά, όταν τα  ζαχαρούχα τρόφιμα χαμηλής περιεκτικότητας σε θερμίδες χρησιμοποιούνται ως δικαιολογία για αυξημένη κατανάλωση, π.χ. το τυπικό παράδειγμα επιλογής ενός λάιτ αναψυκτικού, ενώ τρώμε μια ολόκληρη πίτσα, τότε μπορεί να συμβεί πλήρης αποζημίωση για τις θερμίδες που εξοικονομήθηκαν, αλλά κανένας δεν μπορεί να προβλέψει αν το ίδιο άτομο θα έτρωγε ένα μικρό κομμάτι πίτσας αν είχε επιλέξει ένα κανονικό αναψυκτικόμε ζάχαρη. Εν πάση περιπτώσει, αυτό ασφαλώς έχει να κάνει με τη διατροφική εκπαίδευση του καταναλωτή, ενώ ο συντάκτης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «από κοινού, υπάρχουν λίγες ενδείξεις για συνειδητή αποζημίωση πρόσληψης θερμίδων με την κατανάλωση γλυκαντικών χαμηλών θερμίδων».

Αποδείξεις έναντι ισχυρισμών: συμπέρασμα 

Εξετάζοντας αυτό που γνωρίζουμε μέχρι σήμερα για την γλυκιά γεύση χωρίς θερμίδες και για την επίδραση των γλυκαντικών χαμηλών θερμίδων στην πρόσληψη ενέργειας και σωματικού βάρους, ο καθηγητής Peter Rogers καταλήγει σε αυτή τη νέα βιβλιογραφική ανασκόπιση ότι υπάρχουν λίγα ή καθόλου αποδεικτικά στοιχεία για την υποστήριξη ισχυρισμών που υποδηλώνουν ότι γλυκαντικά χαμηλής θερμιδικής αξίας θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την προσπάθεια για έλεγχο του σωματικού βάρους.

Τουλάχιστον, το μειωμένο ενεργειακό περιεχόμενο των γλυκισμάτων και ποτών χαμηλών θερμίδων δεν αντισταθμίζεται πλήρως, βοηθώντας έτσι να μειώσουμε τις καθημερινές μας θερμίδες. Και φυσικά, η μείωση της πρόσληψης θερμίδων και η διαχείριση του συνολικού μας ενεργειακού ισοζυγίου (θερμίδες που προσλαβάνονται μείον θερμίδες που καταναλώνονται) είναι βασικά στοιχεία της επιτυχούς απώλειας βάρους. Αυτός είναι ίσως ο λόγος για τον οποίο οι μελέτες μακροπρόθεσμης παρέμβασης επιβεβαιώνουν με συνέπεια ότι η κατανάλωση γλυκαντικών χαμηλών θερμίδων στη θέση της ζάχαρης στη διατροφή μπορεί να βοηθήσει στη μέτρια απώλεια βάρους.

Φυσικά, τα γλυκαντικά χαμηλής περιεκτικότητας σε θερμίδες δεν είναι πανάκεια στην απώλεια βάρους.  Δεν πρέπει να θεωρηθούν σαν ένα μέσο απώλειας βάρους, αλλά με το να συμπεριλαμβάβουμε τρόφιμα και ποτά με γλυκαντικά χαμηλά σε θερμίδες στη διατροφή μας παράλληλα με σωστή διατροφή μπορεί να έχουμε ένα επιπλέον βοήθημα για την αποτελεσματική διαχείριση του βάρους.

Μετάφραση του δελτίου τύπου της ISA

  1. Miller PE & Perez V. Low-calories sweeteners and body weight and composition: a meta analysis of randomized controlled trials and prospective cohort studies. Am J Clin Nutr 2014;100:765–777.
  2. Rogers PJ, Hogenkamp PS, de Graaf C et al. Does low-energy sweetener consumption affect energy intake and body weight? A systematic review, including meta-analyses, of the evidence from human and animal studies. Int J Obes 2016;40:381–394.
  3. Rogers PJ. The role of low-calorie sweeteners in the prevention and management of overweight and obesity: evidence v. conjecture. Proceedings of the Nutrition Society 2017 Nov 23:1-9
  4. Swithers SE, Martin AA & Davidson TL. High-intensity sweeteners and energy balance. Physiol Behav 2010;100:55–62
  5. Boakes RA, Kendig MD, Martire SI et al.. Sweetening yoghurt with glucose, but not with saccharin, promotes weight gain and increased fat pad mass in rats. Appetite 2016;105:114–128
  6. Bellisle F. Intense Sweeteners, Appetite for the Sweet Taste, and Relationship to Weight Management.Curr Obes Rep 2015;4(1):106-110

LEAVE A REPLY