κετογονική δίαιτα

Κατά καιρούς διάφορα διαιτητικά σχήματα, ένα από αυτά και η κετογονική δίαιτα, έρχονται για να προσθέσουν το λιθαράκι τους στην επιστημονική βιβλιογραφία σχετικά με την πολυπόθητη απώλεια βάρους αλλά και την πρόληψη/βελτίωση διαφόρων παραμέτρων κλινικών νοσημάτων.

Με βάση, λοιπόν τη κετογονική δίαιτα που είναι σχετικά μία νέα «τάση», τα διαιτολόγια συντάσσονται έχοντας εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά υδατανθράκων και παράλληλα ασυνήθιστα υψηλά ποσοστά λίπους (Low Carbohydrate High Fat). Η κετογονική δίαιτα, βασίζεται στην μεταβολική ικανότητα του οργανισμού να χρησιμοποιεί ως υπόστρωμα για την παραγωγή ενέργειας τις κετόνες και όχι τη γνωστή σε όλους γλυκόζη. Με απλά λόγια όταν τα επίπεδα της γλυκόζης που καταναλώνονται (ή παράγονται ενδογενώς) είναι πολύ χαμηλά, το σώμα συνθέτει κετόνες, μόρια που προέρχονται από τμήματα λιπιδίων και πρωτεϊνών, τα οποία καλούνται να καλύψουν τις ενεργειακές ανάγκες του οργανισμού.  Για το λόγο αυτό, οι κετόνες πρέπει να θεωρηθούν ως «ένας τύπος γεννήτριας έκτακτης ανάγκης που κτυπούν όταν υπάρχει διακοπή ρεύματος» .

Σε αυτή την κατάσταση, τα επίπεδα ινσουλίνης στο αίμα θα είναι χαμηλά, μειώνοντας έντονα το ερέθισμα της αποθήκευσης λίπους και γλυκόζης. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο μια διατροφή με χαμηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες και υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά προωθείται για τη απώλεια βάρους και τη μείωση των παραγόντων κινδύνου διαβήτη.

Οι κετογονικές δίαιτες είναι αποτελεσματικές στην πρόληψη/διαχείριση του διαβήτη;

Η επιστημονική βιβλιογραφία δείχνει ότι άτομα που πάσχουν από προ-διαβήτη ή διαβήτη και μεταβαίνουν σε κετογονική δίαιτα παρατηρούν σύντομα μια σειρά επιπτώσεων, όπως απώλεια βάρους, βελτιωμένη ευαισθησία στην ινσουλίνη, λιγότερες διακυμάνσεις σε επίπεδα γλυκόζης αίματος και χαμηλότερα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα νηστείας. Τέτοιες αλλαγές εμμέσως συνεπάγονται μειωμένο κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Ωστόσο, υπάρχουν και επιστήμονες που θεωρούν ότι τα αποτελέσματα αυτά προέρχονται κατά κύριο λόγο από την απώλεια βάρους και όχι απαραίτητα από τη μείωση της πρόσληψης υδατανθράκων καθώς οι κετογονικές δίαιτες οδηγούν σε μείωση της όρεξης και, συνεπώς, σε απώλεια βάρους και αντίστοιχες βελτιώσεις διαφόρων παραγόντων κινδύνου ασθενειών. Παρόλα αυτά η βιβλιογραφία παραμένει περιορισμένη.

Σύμφωνα με αυτά που ήδη γνωρίζουμε, μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι η βελτίωση της καθημερινής διατροφής είναι σχετικά εύκολο να επιτευχθεί και επίσης αποτελεσματική για την πρόληψη των ασθενειών. Πρόσφατα, ομάδες εμπειρογνωμόνων, συμπεριλαμβανομένων των επιτροπών του ΠΟΥ, του ολλανδικού Συμβουλίου Υγείας, του γερμανικού Συμβουλίου Τροφίμων, των σκανδιναβικών χωρών και της επιστημονικής συμβουλευτικής επιτροπής για τη διατροφή στην Αγγλία, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι δίαιτες πλούσιες σε φρούτα, λαχανικά, δημητριακά, όσπρια αλλά και με μέτρο πλούσιες σε λιπαρά και θερμίδες, σε συνδυασμό με επαρκή ημερήσια σωματική άσκηση, αποτελούν το καλύτερο σενάριο για τη διατήρηση ενός υγιούς σωματικού βάρους και την πρόληψη χρόνιων ασθενειών. Αυτό συνεπάγεται μετριασμό της πρόσληψης (προστιθέμενης / ελεύθερης) ζάχαρης και επιλογή προϊόντων ολικής αλέσεως σε προϊόντα αμύλου με χαμηλή περιεκτικότητα σε ίνες. Η ποσότητα λίπους που συνιστάται ομόφωνα από όλους αυτούς τους συμβουλευτικούς φορείς είναι μικρότερη από το 40% της ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης. Η συνιστώμενη ποσότητα υδατανθράκων είναι πάνω από το 40% της ενεργειακής πρόσληψης, η οποία αντιστοιχεί σε περισσότερα από 180 g υδατανθράκων την ημέρα.

 

Η κετογονική δίαιτα είναι ασφαλής;

Ενώ μελέτες δείχνουν ότι οι βραχυπρόθεσμες επιδράσεις είναι θετικές στην απώλεια βάρους και στη διαχείριση της γλυκόζης του αίματος, οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις δεν έχουν μελετηθεί. Μερικά χρόνια πριν η ερευνητική ομάδα του Brinkworth κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ένας συνδυασμός δίαιτας χαμηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες σε συνδυασμό με περιορισμό της ενεργειακής πρόσληψης, λόγω μειώσεων της πρόσληψης ινών, θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα των κινήσεων του εντέρου και στην παραγωγή λιπαρών οξέων από το παχύ έντερο, γεγονός που συνεπάγεται εντερικά προβλήματα. Μια άλλη ομάδα ερευνητών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι κετογονικές δίαιτες είναι πράγματι ασφαλείς βραχυπρόθεσμα και είναι αποτελεσματικές, αλλά ότι δεν υπάρχουν στατιστικές διαφορές σε σχέση με τις δίαιτες που περιέχουν υψηλότερη περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες. Για το λόγο αυτό, στο περιοδικό Diabetes Therapy αναφέρεται ότι η κετογονική δίαιτα δεν θα πρέπει να συνιστάται ως η τυπική θεραπεία για άτομα με διαβήτη τύπου 2. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι τα αποτελέσματα μιας μετα-ανάλυσης έδειξαν ότι ο κίνδυνος θνησιμότητας υπό συνθήκες κετογονικής διατροφής ήταν σημαντικά υψηλότερος. Σύμφωνα με αυτά τα ευρήματα, πολλοί πιστεύουν ότι μια κετογονική δίαιτα θα πρέπει να συνιστάται μόνο για άτομα υπέρβαρα που πάσχουν από προ-διαβήτη ή διαβήτη τύπου 2.

Συμπερασματικά, η πρόληψη και αντιμετώπιση του διαβήτη τύπου 2 και η βελτίωση των παραμέτρων νοσηρότητας γύρο από αυτόν φαίνεται να σχετίζεται περισσότερο με την απώλεια βάρους αυτή καθεαυτή, παρά με τον τρόπο και το διαιτητικό σχήμα που θα ακολουθήσει ο ασθενής. Η κετογονική δίαιτα λειτουργεί αποτελεσματικά και είναι ασφαλής μόνο στις περιπτώσεις υπέρβαρων ατόμων με προ-διαβήτη ή διαβήτη τύπου 2 και όταν εφαρμόζεται για μικρό χρονικό διάστημα. Παρόλα αυτά δε συνίσταται ως τυπική θεραπεία της παχυσαρκίας και του διαβήτη καθώς απαιτεί στενή παρακολούθηση από ιατρική ομάδα και εξατομίκευση. Λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα ερευνών που συγκρίνουν τις μέχρι τώρα γνωστές δίαιτες για την απώλεια βάρους με την κετογονική δίαιτα γνωρίζουμε πως η έκβαση και των δύο τύπων είναι σχεδόν ίδια. Επιπλέον ενώ οι δίαιτες με πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες φαίνεται να σημειώνουν ελαφρώς καλύτερη βαθμολογία, είναι πιο δύσκολο να τηρηθούν σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα (περισσότερο από 6 μήνες).

Έτσι, δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι κετογονικές δίαιτες έχουν θετικές συνέπειες που υπερτερούν των επιδράσεων μιας λιγότερο “επεμβατικής” διατροφής, που περιέχει υψηλότερες ποσότητες υδατανθράκων και είναι πιο κοντά στην καθημερινή πρακτική.

 

Βιβλιογραφία

  • Brinkworth GD, Noakes M, Clifton PM, Bird AR. Comparative effects of very low-carbohydrate, high-fat and high-carbohydrate, low-fat weight-loss diets on bowel habit and faecal short-chain fatty acids and bacterial populati Br J Nutr. 2009;101(10):1493–1502. doi: 10.1017/S0007114508094658.
  • Brouns F. Overweight and diabetes prevention: is a low-carbohydrate-high-fat diet recommendable? Eur J Nutr. 2018 Jun;57(4):1301-1312. doi: 10.1007/s00394-018-1636-y. Epub 2018 Mar 14.
  • Dyson P. Low carbohydrate diets and type 2 diabetes: what is the latest evidence? Diabetes Therapy. 2015;6(4):411–424. doi: 10.1007/s13300-015-0136-9.
  • Naude CE, Schoonees A, Senekal M, Young T, Garner P, Volmink J. Low carbohydrate versus isoenergetic balanced diets for reducing weight and cardiovascular risk: a systematic review and meta-analysis. PLoS One. 2014;9(7):e100652. doi: 10.1371/journal.pone.0100652
  • Noto H, Goto A, Tsujimoto T, Noda M. Low-carbohydrate diets and all-cause mortality: a systematic review and meta-analysis of observational studies. PLoS One. 2013;8(1):e55030. doi: 10.1371/journal.pone.0055030.
  • Westman EC, Feinman RD, Mavropoulos JC, Vernon MC, Volek JS, Wortman JA, Yancy WS, Phinney SD. Low-carbohydrate nutrition and metabolism. Am J Clin Nutr. 2007;86(2):276–284. doi: 10.1093/ajcn/86.2.276.
  • World Health Organization (2015) Global status report on noncommunicable diseases, 2014: attaining the nine global noncommunicable diseases targets; a shared responsibility. World Health Organization, Geneva. http://apps.who.int/iris/bitstream/10665/148114/1/9789241564854_eng.pdf?ua=1. Accessed May 2017

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

one × one =