Ένα άρθρο για το κίνημα των καταναλωτών προς μία «καθαρή ετικέτα» (Clean Label).

Πόσο βλαβερά για την υγεία μας είναι τα πρόσθετα συστατικά που περιέχουν τα συσκευασμένα τρόφιμα και ποτά που αγοράζουμε;

Πόσοι επιλέγουν το προϊόν που θα αγοράσουν με βάση την λίστα των συστατικών και όχι με βάση την τιμή;

Τι ποσοστό καταναλωτών γνωρίζουν να διαβάζουν σωστά μια διατροφική ετικέτα;

Τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότεροι καταναλωτές έχουν αρχίσει να δίνουν σημασία στον κατάλογο των συστατικών, τη θρεπτική αξία και τις αξιώσεις που περιέχονται στα τρόφιμα τα οποία επιλέγουν να βάλουν στο καλάθι τους. Η συνεχής πληροφόρηση από τα μέσα και η στροφή των καταναλωτών σε ένα υγιεινότερο τρόπο ζωής, σε συνδυασμό με τα κατά καιρούς σκάνδαλα στην βιομηχανία τροφίμων έχουν εστιάσει την προσοχή στα συστατικά και τη συνολική ποιότητα των τροφίμων.

Έτσι, ένας αυξανόμενος αριθμός καταναλωτών αναζητά σήμερα την «καθαρή ετικέτα» ή αλλιώς “clean label”στα τρόφιμα που αγοράζει από τα καταστήματα.

Τι είναι όμως η «καθαρή ετικέτα»;

Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί σαφώς ο όρος «καθαρή ετικέτα», καθώς είναι μια έννοια που ενσωματώνει διαφορετικές τάσεις και δεν υπάρχει ισχύουσα νομοθεσία. Η «καθαρή ετικέτα» μπορεί να έχει διαφορετική σημασία για τον κάθε καταναλωτή και εξαρτάται από τις προσδοκίες, τις επιθυμίες, τις αντιλήψεις, ακόμα και από το μορφωτικό του επίπεδο.

Τρόφιμο με «καθαρή ετικέτα» λοιπόν μπορεί να είναι ένα τρόφιμο χωρίς την προσθήκη Ε, χωρίς την προσθήκη συντηρητικών και τεχνικών συστατικών, χωρίς αλλεργιογόνα, μη γενετικά τροποποιημένο, βιολογικό, με ήπια ή πολύ μικρή επεξεργασία ακόμα και τελείως φυσικό, αποτελούμενο από απλές, αναγνωρίσιμες πρώτες ύλες.

Η «καθαρή ετικέτα» δεν αφορά μόνο τους καταλόγους των συστατικών ή τους εκάστοτε ισχυρισμούς που μπορεί να αναγράφονται σε μια συσκευασία.

Αναφέρεται επίσης και στις επιπτώσεις ενός προϊόντος στο περιβάλλον και τους ανθρώπους. Οι καταναλωτές έχουν όλο και μεγαλύτερη συνείδηση ​​όσον αφορά τις πρακτικές των εταιρειών και έχουν μεγάλες προσδοκίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις χειρίζονται την ανάπτυξή τους, καθώς και τα υλικά συσκευασιών που χρησιμοποιούν. Για παράδειγμα τα τελευταία χρόνια, υπάρχει μια ανησυχία για τις συσκευασίες που περιέχουν δισφαινόλη-Α (BPA). Ως αντίδραση στις απαιτήσεις της αγοράς για ασφαλέστερη συσκευασία, οι περισσότερες εταιρείες έχουν αντικαταστήσει τη συσκευασία τους με δοχεία χωρίς BPA. Το 2018, πιστεύεται ότι το 90% των κονσερβοποιημένων τροφίμων παρασκευάστηκαν με νέες επενδύσεις, ελεύθερες από BPA.

Οι προσδοκίες των καταναλωτών για σύντομες λίστες συστατικών με μειωμένο αριθμό προσθέτων και αριθμών Ε, προκαλούν τη βιομηχανία τροφίμων να αναπτύξει νέα προϊόντα και να τροποποιήσει υπάρχουσες συνταγές. Για παράδειγμα, το 2015, η Kraft Heinz τροποποίησε την συνταγή της « μακαρόνια με τυρί» , απομακρύνοντας τεχνητά χρώματα και συντηρητικά και αντικαθιστώντας τα με πάπρικα και κουρκουμίνη για να διατηρήσουν το χαρακτηριστικό πορτοκαλί τους χρώμα.

Δεν σημαίνει όμως ότι η στροφή προς την κατεύθυνση αυτή είναι εύκολη.

Ας μην ξεχνάμε ότι ξοδεύτηκαν χρόνια και πολλά χρήματα ώστε να δημιουργηθούν τα «σταθερά προϊόντα» που βρίσκονται αυτήν τη στιγμή στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Και κάνει πιο περίπλοκη την αλλαγή αυτήν, το γεγονός ότι είναι ακόμη δύσκολο να ερμηνευτεί με ακρίβεια η έννοια της «καθαρής ετικέτας».

Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι προϊόν με «καθαρή ετικέτα» είναι ένα προϊόν με:

  • Σύντομη λίστα συστατικών
  • Χωρίς τεχνητά συστατικά
  • Με απλές, ανακυκλώσιμες και ασφαλείς συσκευασίες

Και τέλος απατώντας στα ερωτήματα που θέσαμε στην αρχή, το ότι ένα συστατικό είναι τεχνητό δεν το κάνει αυτόματα βλαβερό για την υγεία μας. Χρειάζεται  σωστή ενημέρωση για τα πρόσθετα που έχουν κατηγορηθεί κατά καιρούς και έλεγχος στις ετικέτες των τροφίμων για τα συγκεκριμένα πρόσθετα, με σκοπό ίσως την αποφυγή αγοράς προϊόντων που τα περιέχουν.

Και όσο αφορά τους καταναλωτές, υπάρχει ακόμα στις μέρες μας μεγάλο ποσοστό που παραπλανάται από τις ετικέτες των τροφίμων. Καθώς και ένα ακόμα μεγαλύτερο ποσοστό που συνεχίζει να αγοράζει προϊόντα με βάση την τιμή και όχι με βάση την ποιότητα τους. Γεγονός που όπως αναφέρουν οι ειδικοί είναι ένας βασικός παράγοντας για την αύξηση της παχυσαρκίας και των συνοδών σε αυτήν νοσημάτων, όχι μόνο στην χώρα μας, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο.

Πηγές:

The Clean Label Project

The Clean Label Guide to Europe