έφηβοι και βιταμίνη D, βιταμίνη D

Τα τελευταία χρόνια, η επιστημονική κοινότητα «υποκλίνεται» μπροστά στη βιταμίνη D και στις θεραπευτικές και προστατευτικές δράσεις της, μένοντας έκπληκτη στις πολυάριθμες επιπτώσεις των χαμηλών επιπέδων της, στον ανθρώπινο οργανισμό.

Η βιταμίνη D παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στη φυσιολογική ρύθμιση της μεταφοράς ασβεστίου και φωσφόρου και στην επιμετάλλωση των οστών. Επιπλέον, όλο και περισσότερα στοιχεία ερευνών δείχνουν ότι η έλλειψη βιταμίνης D μπορεί να σχετίζεται θετικά με όλες τις αιτίες θανάτου, αλλά και την εμφάνιση και σοβαρότητα της συμπτωματολογίας πολλών χρόνιων νοσημάτων.

Τα επίπεδα της βιταμίνη D στο σώμα μπορούν να εκτιμηθούν σχετικά αξιόπιστα με τη μέτρηση των επιπέδων της 25-υδροξυβιταμίνης D (25(OH)D3) στον ορό.

Όλες οι διατροφικές διαταραχές είναι εύλογο στο να οδηγούν σε ελλείψεις πολλών θρεπτικών συστατικών στον οργανισμό. Η νευρική ανορεξία (ΑΝ) χαρακτηρίζεται από αυτο-προκαλούμενο υποσιτισμό, απώλεια βάρους και έναν έντονο φόβο για αύξηση βάρους, παρά το γεγονός ότι τα άτομα είναι λιποβαρή.

Αν και η νευρική ανορεξία έχει υψηλά ποσοστά νοσηρότητας, η οστεοπόρωση, που οφείλεται στην μικρή άσκηση πίεσης από το χαμηλό βάρος στα οστά, σε συνδυασμό με διαταραχές στο ορμονικό προφίλ (μειωμένος ινσουλινομημιτικός αυξητικός παράγοντας 1, υπογοναδισμός, σχετική υπερκορτιζολαιμία και άλλες ορμόνες που επηρεάζεται από την διαθεσιμότητα ενέργειας) είναι από τις σημαντικότερες επιπλοκές της.

Ενώ, η εφηβεία αποτελεί μια κρίσιμη περίοδο ανάπτυξης του οργανισμού και επίτευξης της μέγιστης οστικής πυκνότητας, περισσότερο από το 50% των ασθενών παρουσιάζουν οστεοπενία ήδη από τη στιγμή της διάγνωσης. Σοβαρού βαθμού μειωμένη οστική μάζα έχει αναφερθεί ακόμη και σε νεαρούς εφήβους με ΝΑ σύντομης διάρκειας και ο κίνδυνος κατάγματος είναι σημαντικά υψηλότερος σε σύγκριση με τον αντίστοιχο υγιή πληθυσμό.

Η εξασφάλιση επαρκούς πρόσληψης ασβεστίου και επαρκών αποθεμάτων βιταμίνης D θεωρείται η θεραπεία «πρώτης γραμμής» για παιδιατρικούς ασθενείς με μειωμένη οστική μάζα, χωρίς να έχουν γίνει πολλές προηγούμενες μελέτες για τα επίπεδα της βιταμίνης D και την επίδραση της, στην οστική πυκνότητα αυτής της ομάδας ασθενών.

Προηγούμενες μελέτες αξιολόγησης των επιπέδων της βιταμίνης D σε εφήβους ασθενείς με νευρική ανορεξία είχαν αντιφατικά αποτελέσματα. Στοιχεία ερευνών σχετικά με τη συγκέντρωση της βιταμίνης D μεταξύ γυναικών με νευρική βουλιμία είναι ακόμα πιο σπάνιες και δείχνουν σχετικά φυσιολογικά επίπεδα (43.6 +- 4.5 ng/ml). Ωστόσο, σε πρόσφατη μελέτη, που αξιολογούσε την κατάσταση της βιταμίνης D σε μια μεγάλη ομάδα νοσηλευόμενων εφήβων με διατροφικές διαταραχές, παρατηρήθηκε υψηλός επιπολασμός έλλειψης ή χαμηλών επιπέδων της βιταμίνης D.

Από την άλλη πλευρά, η βιταμίνη του ήλιου δεν είναι χρήσιμη μόνο για την καλή οστική υγεία. Χαμηλά επίπεδα έχουν συσχετιστεί με εμφάνιση κατάθλιψης, που εμφανίζεται συχνά σε ασθενείς με διατροφική διαταραχή. Μάλιστα, ανιχνεύονται στοιχεία απόκρισης βιταμίνης D στις περιοχές του υποκινητή των γονιδίων της σεροτονίνης. Από την άλλη πλευρά, συμπτώματα που σχετίζονται με την έλλειψη βιταμίνης D, συμπεριλαμβανομένης της ευερεθιστότητας, γενικής αδυναμίας και κόπωσης, εναλλαγές της διάθεσης, δυσκολίας στον ύπνο, αδυναμίας συγκέντρωσης και πόνους στο σώμα, μπορεί να μιμηθούν καταθλιπτικά συμπτώματα.

Σε πρόσφατη μελέτη του 2013 στο Ισραήλ με σκοπό την αξιολόγηση των επιπέδων της βιταμίνης D σε μια μεγάλη ομάδα έφηβών νοσηλευομένων στην παιδοψυχιατρική πτέρυγα Edmond and Lily Safra Children’s Hospital, εξαιτίας μιας διατροφικής διαταραχής, συμμετείχαν 87 νοσηλευόμενοι (81 κορίτσια), ηλικίας 16+-2 χρόνων, με διατροφικές διαταραχές, νευρική ανορεξία (64), νευρική βουλιμία (5) και μη προσδιοριζόμενη διατροφική διαταραχή βουλιμικού- καθαρτικού τύπου (EDNOS-B/P) (18) χωρίς συννοσηρότητα.

Μετρήθηκαν τα επίπεδα της 25-υδροξυβιταμίνης (25OHD),ασβεστίου, φωσφόρου και αλκαλικής φωσφατάσης, οστικής πυκνότητας BMD οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης (z-score) και αξιολογήθηκε η ύπαρξη κατάθλιψης, έτσι ώστε να διερευνηθεί η επίπτωση της έλλειψης της βιταμίνης στην υγεία των οστών και την κατάθλιψη.

Επίπεδα βιταμίνης D (25OHD) > 20 ng / ml θεωρήθηκαν επαρκή, 15-20 ng/ ml χαμηλά και <15 ng / ml έδειχναν ανεπάρκεια. Αξίζει να σημειωθεί ότι ένα επίπεδο της τάξης των 32 ng / ml έχει προταθεί ως το κατώτερο φυσιολογικό όριο επίπεδων 25OHD από ορισμένες αρχές για βέλτιστη υγεία και πρόσληψη ασθενειών, ενώ το επίπεδο > 20 ng / ml θεωρείται από την Lawson Wilkins Pediatric Endocrine Society και το the Institute of Medicine ως το ελάχιστο επίπεδο της 25OHD, που είναι αναγκαίο για τη στήριξη και τη διατήρηση όλων «κλασικών» δράσεων της βιταμίνης D στην υγεία των οστών. Συνεκτιμήθηκε η εποχιακή μεταβολή της βιταμίνης D.

Επίσης εκτιμήθηκε το διατροφικό ιστορικό, το ιστορικό λήψης συμπληρωμάτων ασβεστίου, βιταμίνης D και ω3 και έγινε τριήμερη ανάκληση κατανάλωσης τροφίμων. Οι ανθρωπομετρικές μετρήσεις αξιολογήθηκαν σύμφωνα με το Centers for Disease Control and Prevention’s Year 2000 Growth Charts, που κρίθηκαν αντιπροσωπευτικά για το δείγμα. Η έρευνα έγινε δεκτή από the Human Investigations (Helsinki) Committee of the Sheba Medical Center. Επειδή η διατροφική πρόσληψη και το ιστορικό άσκησης δεν λήφθηκαν με δομημένα ερωτηματολόγια, τα στοιχεία τους δεν συμπεριλήφθησαν στην ανάλυση. Δεν εκτιμήθηκε η συγκέντρωση της παραρθορμόνης, που θεωρείται ότι δεν έχει επίπτωση στην συγκέντρωση της 25OHD στο πλάσμα.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το μέσο επίπεδο της 25OHD ήταν 24 +-7.5 ng / ml. Στους ασθενείς με νευρική ανορεξία τα επίπεδα ήταν 25 +-7.6 ng / ml, σε ασθενείς με νευρική βουλιμία 25.4 +-9.9 ng / ml και σε ασθενείς με (EDNOS-B/P) 22+-9.9 ng / ml. Όταν η βιταμίνη D είναι <15 ng / ml θεωρείται ότι υπάρχει έλλειψη, που ανιχνεύτηκε σε ποσοστό 7,8% των ασθενών, ενώ σε ποσοστό 22,2% ανιχνεύτηκαν χαμηλά επίπεδα (15-20 ng / ml). Μόνο ένα ποσοστό της τάξεως του 16,7% είχε επίπεδα βιταμίνης > 32ng / ml, τα οποία θεωρούνται βέλτιστα. Τα επίπεδα της βιταμίνης D κατά τη διάρκεια του χειμώνα ήταν σημαντικά χαμηλότερα από τα επίπεδα κατά την διάρκεια του καλοκαιριού (p <.001), γεγονός που υποδηλώνει ότι τα επίπεδα της 25OHD αντανακλούν κυρίως την σύνθεση της βιταμίνης μέσω του φωτός του ήλιου και όχι από την χρήση συμπληρωμάτων της βιταμίνης D. Μια παρόμοια εποχική επίδραση έχει αναφερθεί σε παιδιά με ιστορικό κακοήθειας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν βρέθηκε συσχέτιση μεταξύ των επιπέδων 25OHD και BMD ή 25OHD με συνυπάρχουσα κατάθλιψη. Στην παρούσα μελέτη, δεν βρέθηκε συσχέτιση μεταξύ 25OHD και επίπεδων ασβεστίου στον ορό, όπως επίσης συσχέτισης υπασβεστιαιμίας, υποφωσφαταιμίας ή υπερφωσφαταιμίας σε ασθενείς με ανεπάρκειας βιταμίνης D, ευρήματα συναφή με αποτελέσματα της προηγούμενων μελετών.

Η μέση τιμή οστικής πυκνότητας οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης (BMD z-score) σε ασθενείς με νευρική ανορεξία και μη προσδιοριζόμενη διατροφική διαταραχή βουλιμικού- καθαρτικού τύπου (EDNOS-B/P) ήταν χαμηλή (-1.5 +- 1.1) συσχετίζεται με τον δείκτη μάζας σώματος (BMI)με τυπική απόκλιση z-score (P=0 .03), αλλά όχι με τα επίπεδα της βιταμίνης D. Επιπλέον, χορήγηση συμπληρωμάτων της βιταμίνης D δεν βρέθηκε να βοηθά στην αύξηση της οστικής πυκνότητας σε ασθενείς με μειωμένο (BMI).

Τα επίπεδα βιταμίνης D σε ασθενείς με συννοσηρότητα καταθλιπτικών διαταραχών δεν διέφεραν σημαντικά από εκείνα των ασθενών χωρίς κατάθλιψη και δεν υπήρξε ουδεμία συσχέτιση μεταξύ της σοβαρότητας των καταθλιπτικών συμπτωμάτων με τα επίπεδα 25OHD.

Σε αντίθεση με αυτά τα ευρήματα, δύο τελευταίες μεταναλύσεις σε ενήλικες υποστηρίζουν την πιθανότητα συσχετισμού μεταξύ της ανεπάρκειας της βιταμίνης D και της κατάθλιψης, με παράλληλη βελτίωση των συμπτωμάτων μετά την χορήγηση της βιταμίνης, αν και αμφότερες χρειάζεται να προσδιοριστούν αν αυτή η συσχέτιση είναι αιτιατή.

Οι περισσότερες μελέτες εκτίμησης βιταμίνης D σε άτομα με διατροφικές διαταραχές δείχνουν ότι οι ασθενείς δεν έχουν διαφορά με την υγιή ομάδα ελέγχου και εμφανίζουν «φυσιολογικά επίπεδα» 25OHD. Όμως, αξίζει να σημειωθεί ότι στους περισσότερους εφήβους, αλλά και ενήλικες, η βιταμίνη D ανιχνεύεται σε χαμηλά επίπεδα. Ακόμα πιο μικρό ποσοστό εμφανίζει επίπεδα > 32ng / ml, τα οποία θεωρούνται βέλτιστα.

Το φαινόμενο παρατηρείται και σε περιοχές που θεωρούνταν ότι ο ήλιος επαρκούσε για την σύνθεση της βιταμίνης, πιθανόν εξαιτίας των εκστρατειών για την προστασία από τον καρκίνο του δέρματος και της αυξημένης χρήσης αντηλιακών. Ο εμπλουτισμός τροφίμων με βιταμίνη D στις περισσότερες χώρες δεν είναι συνηθισμένος, ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι δεν καταναλώνουν ή αποφεύγουν την κατανάλωση διατροφικών πηγών της βιταμίνης, όπως γαλακτοκομικών πλήρη σε λιπαρά. Επιπρόσθετα, οι ασθενείς με διατροφικές διαταραχές όχι μόνο δεν καταναλώνουν επαρκείς ποσότητες τροφής, αλλά και πιθανόν να φοβούνται και την χρήση συμπληρωμάτων για πιθανή αύξηση του βάρους.

Σύμφωνα με τα παραπάνω δεδομένα και συνεκτιμώντας τον αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης οστεοπόρωσης σε εφήβους με διατροφικές διαταραχές, η τακτική εκτίμηση των επίπεδων της 25OHD και πιθανή διόρθωση τους με χορήγηση συμπληρωμάτων, μπορεί να προσφέρει τη βέλτιστη προστασία των οστών και προστασία από την εκδήλωση χρόνιων ασθενειών.

Πηγή:
«High Prevalence of Vitamin D Deficiency and Insufficiency in Adolescent Inpatients Diagnosed with Eating Disorders» Dalit Modan-Moses, MD1,2 Yael Levy-Shraga, MD1,2* Orit Pinhas-Hamiel, MD1,2 Brigitte Kochavi, RD3 Adi Enoch-Levy, MD3 Iris Vered, MD4 Daniel Stein, MD2,3 (Int J Eat Disord 2014; 48:607–614)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ