αναιμία στα βρέφη

Αναιμία στα βρέφη; Και όμως συμβαίνει!

Ο κίνδυνος για την αναιμία στα βρέφη αρχίζει κατά τη διάρκεια της κύησης.

Η αναιμία στη μητέρα του παιδιού κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο χαμηλού βάρους γέννησης του βρέφους και θνησιμότητας για τη μητέρα και το παιδί. Παιδιά που γεννήθηκαν από μητέρες με αναιμία ενδέχεται να έχουν ανεπάρκεια σε σίδηρο και να παρουσιάσουν αναιμία νωρίς στη ζωή τους. Αυτό μπορεί να επηρεάσει ανεπανόρθωτα τη γνωστική ανάπτυξη και τη σωματική ανάπτυξη των βρεφών.

Ο σίδηρος απαιτείται από τα βρέφη για να παράγουν ερυθρά αιμοσφαίρια στους πρώτους μήνες μετά τη γέννηση.

Τα βρέφη συνήθως χρησιμοποιούν τα αποθέματα σιδήρου που δημιουργήθηκαν κατά τους τελευταίους μήνες της κύησης. Όταν το βρέφος είναι 4-6 μηνών, τα αποθέματα αυτά γίνονται χαμηλά ή εξαντλούνται. Αυτό επιδεινώνεται όταν υπάρχουν ανεπαρκείς αποθήκες σιδήρου εξαιτίας του χαμηλού βάρους γέννησης του βρέφους ή σε πρόωρα βρέφη, ή σε αυξημένες απαιτήσεις από τη ταχεία ανάπτυξη και ερυθροποίηση. Επιπλέον όταν υπάρχει ανεπαρκής πρόσληψη σιδήρου από τη διατροφή, όπως σε περιπτώσεις πρώιμης εισαγωγής συμπληρωματικής τροφής με βάση τα δημητριακά, από την οποία η απορρόφηση του σιδήρου μπορεί να είναι τόσο χαμηλή όσο το 5% . Επιπλέον αυτό μπορεί να συμβεί λόγω απώλειας αίματος λόγω λοιμώξεων από εντερικό παράσιτο, είτε όταν παρατείνεται η διατροφή του βρέφους με γάλα και καθυστερεί η έναρξη στερεών τροφών.

Τι είναι η συμπληρωματική διατροφή και γιατί είναι απαραίτητη;

Η συμπληρωματική διατροφή, όπως ορίστηκε από τον Παγκόσμια Οργάνισμό Υγείας (ΠΟΥ) το 2002, είναι «η διαδικασία που ξεκινά όταν μόνο το μητρικό γάλα δεν επαρκεί πλέον για να καλύψει τις διατροφικές απαιτήσεις των βρεφών» έτσι ώστε «και άλλα τρόφιμα και υγρά είναι απαραίτητα μαζί με το μητρικό γάλα ».

Η συμπληρωματική διατροφή είναι απαραίτητη τόσο για θρεπτικούς όσο και αναπτυξιακούς λόγους, και αποτελεί ένα σημαντικό στάδιο στη μετάβαση από τη κατανάλωση του γάλακτος στα οικογενειακά τρόφιμα. Η περίοδος αυτή είναι μια περίοδος ταχείας ανάπτυξης, κατά τη διάρκεια των οποίων παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές στη διατροφή με εκθέσεις σε νέα τρόφιμα, γεύσεις και εμπειρίες διατροφής και τα βρέφη είναι επιρρεπή σε ανεπάρκειες θρεπτικών ουσιών.

Πως θα συνδυάσουμε τη γαλουχία με την εισαγωγή στερεών τροφών;

Ο αποκλειστικός θηλασμός πρέπει να προωθείται για τουλάχιστον 4 μήνες (17 εβδομάδες, αρχή του 5ου μήνα ζωής) και ένας επιθυμητός στόχος είναι για περίπου 6 μήνες (26 εβδομάδες, αρχή του 7ου μήνα). Τα συμπληρωματικά τρόφιμα δεν πρέπει να εισαχθούν πριν από τον 4ο μήνα, αλλά δεν πρέπει να καθυστερήσει η εισαγωγή τους και πέραν των 6 μηνών.

Ο αποκλειστικός θηλασμός από καλά-τρεφόμενες μητέρες για 6 μήνες μπορεί να καλύψει τις ανάγκες των περισσότερων υγιεινών βρεφών για ενέργεια, πρωτεΐνες και για τις περισσότερες βιταμίνες και μέταλλα (εκτός από τη βιταμίνη Κ τις πρώτες εβδομάδες). Όπως ανασκοπήθηκε πρόσφατα από το συμβούλιο της ESPGHAN, τα βρέφη και τα μικρά παιδιά διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο ανεπάρκειας σιδήρου επειδή η ταχεία ανάπτυξή τους οδηγεί σε υψηλές απαιτήσεις σιδήρου. Μετά από κάποιες μελέτες φάνηκε πως η ηλικία κατά την οποία θα γίνει εισαγωγή συμπληρωματικής τροφής μπορεί να επηρεάσει τα αποθέματα σιδήρου του βρέφους, τυχόν ανεπάρκειες ή την εμφάνιση αναιμίας. Συλλογικά, αυτά τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι μπορεί να υπάρξει κάποια ωφέλιμη επίδραση στα αποθέματα σιδήρου με την εισαγωγή στερεών τροφών παράλληλα με το θηλασμό από 4 μηνών, ακόμη και σε πληθυσμούς με χαμηλό κίνδυνο ανεπάρκειας σιδήρου. Η κατάσταση, ωστόσο, είναι περίπλοκη επειδή τα αποθέματα σιδήρου εξαρτώνται από ένα αριθμό παραγόντων και μπορεί να βελτιστοποιηθεί με μεθόδους διαφορετικές από αυτής της πρώιμης εισαγωγής στερεών τροφών. Οι μέθοδοι αυτοί περιλαμβάνουν τη καθυστερημένη σύσφιξη ομφάλιου λώρου και τα συμπληρώματα σιδήρου σε βρέφη που είναι σε κίνδυνο όπως τα γεννηθέντα πρόωρα ή με χαμηλό βάρος γέννησης. Ανεξάρτητα από το χρονοδιάγραμμα, είναι σημαντικό, η πρώτη συμπληρωματική τροφή που χορηγείται σε αποκλειστικά θηλάζοντα βρέφη να αποτελέσει μια καλή πηγή σιδηρού.

Μέχρι την ηλικία των 6 μηνών, όπως αναφέρθηκε, τα ενδογενή αποθέματα σιδήρου του βρέφους έχουν εξαντληθεί και η ανάγκη για εξωγενή σίδηρο αυξάνεται ταχέως καθώς η φυσιολογική απαίτηση ανά κιλό σωματικού βάρους γίνεται μεγαλύτερη από ό, τι αργότερα στη ζωή. Με βάση τους θεωρητικούς υπολογισμούς, το συμβούλιο της ESPGHAN πρότεινε πρόσφατα την απαίτηση διατροφής σε σίδηρο να είναι 0,9 έως 1,3 mg σιδήρου ανά κιλό σωματικού βάρους ανά ημέρα 1 από 6 έως 12 μηνών, μια σύσταση συνεπής με συστάσεις από άλλες αρχές για βρέφη ηλικίας 6 έως 12 μηνών που κυμαίνονται από 6 έως 11 mg / ημέρα. Oι σχετικά υψηλές εκτιμημένες διαιτητικές απαιτήσεις ενδέχεται να μην είναι εφικτές στην πράξη χωρίς τη χρήση εμπλουτισμένων τροφίμων, εμπλουτισμένου γάλακτος με σίδηρο, ή συμπληρωμάτων σιδήρου. Εντούτοις, η απαίτηση μπορεί να είναι χαμηλότερη εάν οι βιοδιαθέσιμες πηγές σιδήρου, όπως το κόκκινο κρέας, δίνονται στα βρέφη.

Ποια τρόφιμα αποτελούν πηγές σιδήρου;

Ο διαιτητικός σίδηρος είναι διαθέσιμος σε δύο μορφές, τον αιμικό και τον μη αιμικό. Ο αιμικός σίδηρος βρίσκεται στην αιμοσφαιρίνη και μυοσφαιρίνη των ζωοτροφών, ιδίως του κόκκινου κρέατος, στο συκώτι και τα όργανα των ζώων. Η απορρόφηση του σιδήρου από τις πηγές του αιμικού είναι περίπου 25% και δεν επηρεάζεται από διατροφικούς παράγοντες, όπως το ασκορβικό οξύ (βιταμίνη C), παρόλο που ο ίδιος ο αιμικός σίδηρος μπορεί να ενισχύσει την απορρόφηση σιδήρου από πηγές μη αιμικού.

Οι πηγές του μη αιμικού σιδήρου περιλαμβάνουν τα όσπρια (π.χ. αποξηραμένα φασόλια, μπιζέλια, φακές, ρεβίθια), τα καρύδια, τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, τα αποξηραμένα φρούτα και τρόφιμα εμπλουτισμένα με σίδηρο, όπως ορισμένα ψωμιά και προϊόντα με βάση τα δημητριακά. Οι παράγοντες που διευκολύνουν την απορρόφηση του μη αιμικού σιδήρου περιλαμβάνουν το ανθρώπινο γάλα, οι πρωτεΐνες του κρέατος, το ασκορβικό και το κιτρικό οξύ (που συναντάμε στα λεμόνια και τα άλλα εσπεριδοειδή, τα ακτινίδια, τις φράουλες) και φυτικά προϊόντα που έχουν υποστεί ζύμωση. Αντίθετα αναστολείς της απορρόφησής του περιλαμβάνουν το κακάο, οι πολυφαινόλες, οι τανίνες, οι διαιτητικές ίνες, το ασβέστιο και το αγελαδινό γάλα.

Συμπερασματικά, λόγω του μεγάλου κινδύνου για ανεπάρκεια σιδήρου κατά την περίοδο έναρξης στερεών τροφών σε αποκλειστικά θηλάζοντα βρέφη, συνίσταται οι πρώτες συμπληρωματικές τροφές να είναι καλές πηγές σιδήρου και κατά κύριο λόγo αιμικού σιδήρου. Όταν θα δίνονται τρόφιμα που αποτελούν πηγές μη αιμικού σιδήρου, θα πρέπει να δίνεται προσοχή να μην προσφέρονται με τρόφιμα που περιέχουν αναστολείς της απορρόφησης τους.

Πηγές

  •   Complementary Feeding: A Position Paper by the European Society for Paediatric Gastroenterology, Hepatology, and Nutrition (ESPGHAN) Committee on Nutrition, Mary Fewtrell, Jiri Bronsky, Cristina Campoy, Magnus Domello ̈f, Nicholas Embleton, Natasˇa Fidler Mis, Iva Hojsak,Jessie M. Hulst, Flavia Indrio, Alexandre Lapillonne, and Christian Molgaard, JPGN 2017;64: 119–132)
  •   Guideline: Daily iron supplementation in infants and children, WHO, 2016

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

nine − 8 =