Ο κρανιός είναι ψάρι που ανήκει στην οικογένεια των σκιαινίδων μαζί με το μυλοκόπι και τον Σηκιό ή Παντελή. Η επιστημονική του ονομασία είναι Argyrosomus regius. 

Μοιάζει πολύ με το λαβράκι, έχει χρώμα ασημί και χρυσαφί στο στόμα. Το μήκος του μπορεί να φτάσει τα 2μ. και το βάρος του τα 100 κιλά. Εντοπίζεται σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, και στις ανατολικές ακτές του Ατλαντικού. Είναι ψάρι του βυθού που συνήθως ζει σε μεικτούς βυθούς και σε βάθη μέχρι και 300 μ., σε υφάλους ή και ναυάγια. Συναντάται όμως συχνά και σε πολύ ρηχά νερά, με βράχια, άμμο και φυκιάδες (15-20 μ.), ενώ δεν είναι σπάνιο ακόμα και σε υφάλμυρα νερά.

Ο κρανιός συχνά συγχέεται με το μυλοκόπι το οποίο είναι συγγενές είδος αλλά πολύ μικρότερο και το οποίο έχει ένα γενάκι στο κάτω μέρος της γνάθου και με τον συκιό που έχει μεγάλο μακρύ άσπρο αγκάθι στο εδρικό πτερύγιο (στο πίσω μέρος της κοιλίας).

Ο κρανιός μεγαλώνει πολύ και το μήκος του μπορεί να φτάσει και τα 2 μέτρα ενώ το βάρος του μέχρι και 100 κιλά. Τρέφεται κυρίως με μικρότερα κοπαδιαστά ψάρια και οστρακόδερμα.

Το κρέας του είναι άσπρο και χυμώδες. Αποτελεί σημαντική πηγή πρωτεϊνών αλλά και ω -3 λιπαρών γνωστά για τα οφέλη τους στο καρδιαγγειακό σύστημα και την πρόληψη της στεφανιαίας νόσου. Ενδεικτικά 100 γρ κρανιού αποδίδουν 140 Kcal, 19,8γρ πρωτεΐνης και 6,8 γρ λίπους.

Τα τελευταία χρόνια καλλιεργείται συστηματικά σε ιχθυοκαλλιέργειες στην Ελλάδα λαμβάνοντας σημαντικό μερίδιο στην αγορά από την μέχρι τώρα διαδομένη τσιπούρα και το λαβράκι. Η ολοένα αυξανόμενη παραγωγή κρανιού στα ελληνικά νερά προσφέρει τη δυνατότητα ευρείας κατανάλωσης ενός νόστιμου και εξαιρετικής ποιότητας ψαριού σε χαμηλό κόστος.

Ο κρανιός προσφέρει πολλές επιλογές μαγειρέματος είτε ως ολόκληρο ψάρι, ακέφαλο, σε φέτες ή φιλέτο, ανάλογα με το πως προμηθευτούμε το ψάρι από την αγορά και το επεξεργαστούμε. Ψητός, σε σούπα ή και στο φούρνο έχει εξαιρετική γεύση και ποιότητα.