Γιατί και πως να επιλέξουμε ένα ρόφημα αμυγδάλου;

Γιατί να επιλέξω ένα φυτικής προέλευσης υποκατάστατο γάλακτος;

Ολοένα και περισσότεροι καταναλωτές, που φαίνεται να αγγίζουν το 15% του Ευρωπαϊκού καταναλωτικού κοινού, επιλέγουν ροφήματα φυτικής προέλευσης, όπως αυτό που προέρχεται από αμύγδαλα, ως υποκατάστατο γάλακτος είτε για λόγους υγείας είτε ως επιλογή τρόπου ζωής. Οι λόγοι υγείας που οδηγούν στην επιλογή αυτή μπορεί να είναι η δυσανοχή στη λακτόζη, η αλλεργία στο αγελαδινό γάλα, η αυξημένη χοληστερόλη και η φαινυλκετονουρία. Επιπρόσθετα, η υιοθέτηση μίας χορτοφαγικής διατροφής  και οι ανησυχίες του κοινού σχετικά με τις αυξητικές ορμόνες και την ύπαρξη αντιβιοτικών στο αγελαδινό γάλα αποτελούν αιτίες που βασίζονται στον τρόπο ζωής και ωθούν τους καταναλωτές να επιλέξουν ένα φυτικό υποκατάστατο γάλακτος.

Δυσανεξία στη λακτόζη και αλλεργία στο αγελαδινό γάλα

Η δυσανεξία στο δισακχαρίτη λακτόζη είναι μία γενικά κληρονομική κατάσταση, η οποία καλείται πρωτοπαθής υπολακτασία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, λόγω της ανεπάρκειας του ενζύμου λακτάση, ο οργανισμός αδυναμεί να πέψει τη λακτόζη με αποτέλεσμα η κατανάλωση προϊόντων που περιέχουν λακτόζη να επιφέρει συμπτώματα όπως το κοιλιακό άλγος, ο μετεωρισμός και η παραγωγή αερίων. Ο επιπολασμός της δυσανεξίας αυτής ποικίλλει ανάλογα με την εθνικότητα, και συναντάται κατά 20% στους Ευρωπαίους αλλά μεταξύ 50-80% σε Λατινοαμερικανούς και στη Μαύρη Φυλή. Εντυπωσιακό είναι πως η δυσανεξία αφορά σχεδόν το 100% του πληθυσμού της Ασίας και των γηγενών Αμερικανών.

Η αλλεργία στο αγελαδινό γάλα είναι μία διαταραχή κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα αντιδρά σε μία ή περισσότερες πρωτεΐνες του γάλακτος, προκαλώντας φλεγμονώδη απόκριση.

Στις παραπάνω περιπτώσεις, αλλεργίας ή δυσανεξίας στο αγελαδινό γάλα, είναι απαραίτητη η απομάκρυνση του εν λόγω τροφίμου που προκαλεί τα συμπτώματα. Το ρόφημα αμυγδάλου έχει μελετηθεί και αποτελεί ένα βασικό υποκατάστατο της διατροφής των ατόμων που βιώνουν αντίστοιχες καταστάσεις.

Τα φυτικά ροφήματα γενικότερα παρασκευάζονται μετά από εκχύλιση της φυτικής πηγής σε νερό, διαχωρισμό του υγρού τμήματος και ομογενοποίηση του τελικού προϊόντος. Η διατροφική αξία του ροφήματος εξαρτάται από την φυτική πηγή του ροφήματος.

Η διατροφική αξία του αμυγδάλου

Τα αμύγδαλα (Prunus dulcis) είναι το σημαντικότερο προϊόν ξηρού καρπού ανά τον κόσμο. Ευδοκιμούν κυρίαρχα σε Μεσογειακό κλίμα και αποτελούν σημαντικό και πολύτιμο καρπό, συντελώντας στην καθημερινή πρόσληψη βιοδραστικών φυτοχημικών ενώσεων από τον άνθρωπο, αλλά και αποτελώντας διατροφικά πλούσια τροφή. Στη Μεσογειακή δίαιτα, τα αμύγδαλα έχουν θέση εδώ και πολλές χιλιάδες χρόνια, παίρνοντας μέρος και σε παραδοσιακές συνταγές.

Τα αμύγδαλα αποτελούν μία συμπυκνωμένη διατροφική πηγή βιταμίνης Ε, μαγγανίου, μαγνησίου, χαλκού, φωσφόρου, διαιτητικών ινών, ριβοφλαβίνης, μονο-ακόρεστων λιπαρών οξέων και πρωτεΐνης. Φαίνεται λοιπόν πως ο καρπός αποτελεί μία τροφή που μπορεί να βελτιώσει το προφίλ των θρεπτικών συστατικών της διατροφής μας.

Οι ξηροί καρποί, λόγω της περιεκτικότητάς τους σε λιποειδή και πρωτεΐνη, μπορούν να συμβάλουν και στη μεταγευματική ευγλυκαιμία και να μειώσουν την παραγωγή ελευθέρων ριζών. Ένας μεγάλος αριθμός μελετών έχει δείξει την αρνητική συσχέτιση μεταξύ της κατανάλωσης ξηρών καρπών και του κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα.

Η ανάλυση συγκεκριμένα των αμυγδάλων και των μερών του σπόρου τους έδειξε υψηλά επίπεδα αντιοξειδωτικών.

Τα αμύγδαλα είναι μία εξαιρετική πηγή βιοδιαθέσιμης α- τοκοφερόλης και η αύξηση της κατανάλωσής τους ενισχύει την αντίσταση της LDL έναντι της οξείδωσης. Μάλιστα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το 50% του καθαρού βάρους των αμυγδάλων είναι λίπος, έχει φανεί ότι η πρόσληψη 7 γραμμαρίων του καρπού καθημερινά, μπορεί να συμβάλει στη μείωση της χοληστερόλης LDL κατά 1%, ειδικότερα όταν εισάγονται σε μία υγιεινή και χαμηλή σε θερμίδες διατροφή.

Τα αμύγδαλα έχουν επίσης χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη και δεν επηρεάζουν αρνητικά την ευαισθησία στην ινσουλίνη. Συγκεκριμένα, δεδομένα από μία μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2006 υποδεικνύουν ότι τα αμύγδαλα μπορούν να βελτιώσουν τη γλυκαιμική και ινσουλινική απόκριση στο ψωμί.

Επίδραση της παραγωγής φυτικού υποκατάστατου γάλακτος στο περιβάλλον

Σε σύγκριση με την παραγωγή του αγελαδινού γάλακτος, της οποίας η συμβολή στην κλιματική αλλαγή ποικίλλει σε επίπεδα 0.84-1.3 CO2-eq/kg προϊόντος, η παραγωγή ενός φυτικού υποκατάστατου φαίνεται να είναι αρκετά πιο φιλική προς το περιβάλλον. Η παραγωγή φυτικών ροφημάτων φαίνεται επίσης να απαιτεί μικρότερο εμβαδό γης, αν και η άμεση σύγκριση είναι πολύ περισσότερο πολύπλοκη εξ’ αιτίας του διαφορετικού διατροφικού προφίλ των ζωικών και φυτικών ροφημάτων. Καθότι βέβαια το αγελαδινό γάλα περιέχει το απαραίτητο για τα οστά, την πήξη του αίματος αλλά και τις ορμονικές εκκρίσεις ασβέστιο, επομένως είναι καλό να επιλέγεται ένα υποκατάστατο εμπλουτισμένο με αυτό το μέταλλο.

Τα φυτικά υποκατάστατα γάλακτος μπορούν να εισαχθούν στην καθημερινή μας διατροφή με πολλαπλούς τρόπους και να αποτελέσουν μία πιο εύπεπτη μορφή του αγελαδινού γάλακτος, ειδικότερα για τα άτομα εκείνα που δε μεταβολίζουν τη λακτόζη ή έχουν αλλεργία στο αγελαδινό γάλα. Ένα φυτικό ρόφημα μπορεί να αποτελέσει επίσης ένα καλό υποκατάστατο γάλακτος για ένα άτομο που απέχει από τα ζωικά για ιδεολογικούς ή λόγους υγείας και να συμβάλει στη βελτίωση του λιπιδαιμικού του προφίλ, λόγω της φυτικής προέλευσης του αλλά και των ποικίλων βιοδραστικών ενώσεων που φέρει κάθε φυτική βάση του ροφήματος. Καταναλώνεται σκέτο ή σε συνδυασμό με χυμούς, φρούτα και δημητριακά ή μούσλι. Επίσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως συστατικό σε συνταγές για κέικ, ψωμί και άλλα γλυκίσματα.

Βιβλιογραφία

  • David J. A. Jenkins, Cyril W. C. Kendall, Andrea R. Josse, Sara Salvatore, Furio Brighenti, Livia S. A. Augustin, Peter R. Ellis, Edward Vidgen, A. Venket Rao; Almonds Decrease Postprandial Glycemia, Insulinemia, and Oxidative Damage in Healthy Individuals, The Journal of Nutrition, Volume 136, Issue 12, 1 December 2006, Pages 2987–2992, https://doi.org/10.1093/jn/136.12.2987
  • Chen, C. , Lapsley, K. and Blumberg, J. (2006), A nutrition and health perspective on almonds. J. Sci. Food Agric., 86: 2245-2250. doi:10.1002/jsfa.2659
  • Mattes, R D, Appetitive, dietary and health effects of almonds consumed with meals or as snacks: a randomized, controlled trial, European Journal Of Clinical Nutrition, 2013/10/02/online, 67, 1205, http://dx.doi.org/10.1038/ejcn.2013.184, 10.1038/ejcn.2013.184
  • Outi Elina Mäkinen, Viivi Wanhalinna, Emanuele Zannini & Elke Karin Arendt (2016) Foods for Special Dietary Needs: Non-dairy Plant-based Milk Substitutes and Fermented Dairy-type Products, Critical Reviews in Food Science and Nutrition, 56:3, 339-349, DOI: 10.1080/10408398.2012.761950
  • Toro-Funes, Natalia & Bosch-Fusté, Joan & Veciana-Nogués, M. Teresa & Vidal- Carou, M. Carmen. (2014). Influence of Ultra-high-Pressure Homogenization Treatment on the Phytosterols, Tocopherols, and Polyamines of Almond Beverage. Journal of agricultural and food chemistry. 62. 10.1021/jf503324f
  • S. (2005). The almond milk: A new approach to the management of cow-milk allergy/intolerance in infants. [Abstract]. Minerva Pediatr., 57(4), 173-180. Retrieved August 8, 2018, from https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/16172596.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

2 + 10 =