Οι ελιές είναι ένα από τα πιο δημοφιλή παραδοσιακά προϊόντα της χώρας μας. Όχι άδικα αφού, εκτός του ότι είναι πολύ θρεπτικές, μας δίνουν και το πολύτιμο λάδι τους. Είτε πράσινες, είτε μαύρες, αποτελούν ένα από ένα σημαντικότερα ορεκτικά ή συνοδευτικά του ελληνικού τραπεζιού. Σε αντίθεση με τους γειτονικούς λαούς, οι Έλληνες τις προτιμάμε ωμές και σπάνια τις χρησιμοποιούμε στη μαγειρική. Παρ΄ όλα αυτά οι έστω και λίγες συνταγές όπου πρωταγωνιστούν οι ελιές παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον. Οι καρποί της ελιάς είναι φυσική πηγή ινών, μετάλλων καθώς και μονοακόρεστων λιπαρών οξέων. Επίσης είναι πλούσιες σε υδατάνθρακες και βιταμίνη Ε. Μάλιστα οι θρούμπες ή σταφιδοελιές, οι οποίες υφίστανται φυσική εκπίκρινση πάνω στο δέντρο πριν από οποιαδήποτε επεξεργασία τους, παρουσιάζουν διπλάσια συγκέντρωση των τελευταίων από άλλες ποικιλίες.

Πολλοί από εμάς συχνά απορρίπτουμε τις ελιές από τη διατροφή μας θεωρώντας ότι έχουν πολλές θερμίδες. Μήπως όμως κάνουμε λάθος;
H αλήθεια είναι ότι 5 μικρές ελιές ή 3 μεγάλες μάς δίνουν 45 θερμίδες, δηλαδή όσες ακριβώς μας δίνει και ένα κουταλάκι του γλυκού ελαιόλαδο. Εξάλλου, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι καρποί της ελιάς αποτελούσαν για πολλά χρόνια το δημοφιλέστερο προσφάγι των αγροτικών πληθυσμών της Μεσογείου, συνοδεύοντας τα λαδερά φαγητά, τις σαλάτες και πολλά ορεκτικά. Όχι άδικα, αφού η μέτρια κατανάλωσή τους στο πλαίσιο μιας ισορροπημένης διατροφής αποτελεί σύμμαχο τόσο της υγείας όσο και της ομορφιάς μας

Θρεπτική αξία

Τα κυριότερα θρεπτικά συστατικά που συναντώνται στις ελιές είναι:

– Πρωτεΐνες: Η παρουσία πρωτεϊνών είναι σχετικά χαμηλή, εντούτοις, η ποιότητα τους έχει μεγάλο ενδιαφέρον από θρεπτική άποψη, γιατί οι πρωτεΐνες έχουν υψηλή βιολογική αξία.

– Φυτικές ίνες: Εξαιρετική πηγή φυτικών ινών, λόγω του ότι οι φυτικές ίνες, έχουν μεγάλη σπουδαιότητα στην πραγματοποίηση όλων των λειτουργιών της πέψης.

– Βιταμίνες: Οι ελιές συναγωνίζονται με το αγνό παρθένο ελαιόλαδο σε θρεπτικά συστατικά. Περιέχουν σημαντικές ποσότητες βιταμίνης Α και καροτενοειδών η οποία Α παίζει μεγάλο ρόλο στην υγεία των ματιών, ενώ –σε συνδυασμό με τη βιταμίνη Ε– συμβάλλει στην υγεία του δέρματος και έχει αντιρρυτιδική δράση. Οι ελιές χάρη στην βιταμίνη Α που περιέχουν, βοηθούν τον οργανισμό στην ανάπτυξη- αναπαραγωγή, την όραση, στο δέρμα και εμφανίζουν αντικαρκινική δράση. Επίσης, περιέχουν σε μικρές ποσότητες βιταμίνες Β1, Β6 και Β12 οι οποίες βελτιώνουν την καλή λειτουργία του νευρικού συστήματος και τονώνουν το μεταβολισμό.Είναι πλούσιες σε τοκοφερόλες και τοκοτριενόλες, ουσίες που διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο στους αντιοξειδωτικούς μηχανισμούς του ανθρώπινου σώματος. Αφθονότερη από τις ενώσεις αυτές είναι η α-τοκοφερόλη, ενώ συναντάμε και αρκετές συγκεντρώσεις καροτινοειδών. Οι μαύρες ελιές είναι πλουσιότερες σε συνολικές τοκοφερόλες σε σχέση με τις πράσινες και είναι οι μόνες που εμπεριέχουν β-τοκοφερόλες και α-τοκοτριενόλες.

– Έλαιο: Τα περιεχόμενα μονοακόρεστα λιπαρά οξέα ενισχύουν τη λειτουργία του καρδιο-αναπνευστικού συστήματος και μας προφυλάσσουν από τις καρδιαγγειακές παθήσεις. Αυτοί που πάσχουν από υπέρταση καλό είναι να προσέχουν την κατανάλωση εξ’ αιτίας του νατρίου (σε αυτές που διατηρούνται σε άλμη).

Το επικρατέστερο λιπαρό οξύ της ελιάς είναι το ελαϊκό, ενώ ακολουθεί το παλμιτικό, το λινελαϊκό, το στεατικό, το λινολενικό και το παλμιτολεϊκό.

– Ανόργανα Στοιχεία (ιχνοστοιχεία): Η συγκέντρωση των ανόργανων στοιχείων ποικίλει και σχετίζεται άμεσα με το είδος της επεξεργασίας των ελιών. Περιέχουν κάλιο και ασβέστιο σε υψηλά επίπεδα, καθώς επίσης και μαγνήσιο, φώσφορο, χαλκό, σίδηρο, ψευδάργυρο, κοβάλτιο, ενώ τα επίπεδα του μαγγανίου είναι σχετικά χαμηλά. Συγκρινόμενα με πολλά άλλα τρόφιμα, οι συγκεντρώσεις ορισμένων από αυτά τα ιχνοστοιχεία είναι υψηλές, ενώ τα ιχνοστοιχεία είναι γενικότερα απαραίτητα στον ανθρώπινο οργανισμό. Σε περίπτωση που χρησιμοποιείται αλάτι για κάποιους τύπους βρώσιμης ελιάς, καλό είναι να χρησιμοποιείται σε μικρές δόσεις, γιατί η υπερβολική χρήση νατρίου δημιουργεί προβλήματα στον οργανισμό.

– Πολυφαινόλες: Η συγκέντρωση πολυφαινολών γενικότερα στις βρώσιμες ελιές είναι υψηλή, ενώ ειδικά στις μη επεξεργασμένες ελιές, σε μεγαλύτερη αφθονία βρίσκονται η ελευρωπαΐνη, η υδροξυτυροσόλη και η τυροσόλη. Δεν χωρά αμφιβολία ότι η περιεκτικότητα των πολυφαινολών είναι σημαντική για τον ανθρώπινο οργανισμό και για το λόγο αυτό μπορεί να θεωρηθούν σημαντική πηγή αντιοξειδωτικών.

 

 

 

 

Διατροφική αξία της ελιάς.

Οι ελιές υστερούν σε σχέση με το αγνό παρθένο ελαιόλαδο μόνο σε ό,τι αφορά την περιεκτικότητα τους σε βιταμίνη Ε, καθώς περιέχουν αμελητέα ποσότητα. Ωστόσο, εξασφαλίζουν με την κατανάλωση τους επαρκή αντιοξειδωτική προστασία στον οργανισμό, λόγω της  σχετικά υψηλής περιεκτικότητας σε καροτενοειδή και κυρίως σε β-καροτένιο (προβιταμίνη Α). Άρα μπορεί να αποτελέσουν μέρος μιας αντιγηραντικής διατροφής που όχι μόνο παρατείνει τη νεότητα της επιδερμίδας, αλλά ταυτόχρονα λειτουργεί και σαν αντίδοτο για τα εκφυλιστικά νοσήματα ή τα λεγόμενα νοσήματα φθοράς, στα οποία ανήκουν οι καρδιακές παθήσεις, οι διάφορες μορφές καρκίνου και ο διαβήτης τύπου 2.
Εν κατακλείδι, η κατανάλωση της ελιάς είναι σχεδόν σε καθημερινή βάση στο τραπέζι πολλών ελληνικών οικογενειών. Αν και αποτελεί ένα τρόφιμο υψηλού θερμιδικού περιεχομένου γι αυτό και οι περισσότεροι αποφεύγουν την κατανάλωσή τους, δε παύει να θεωρείται ως ένα  παραδοσιακό, καθαρά ελληνικό προϊόν υψηλής θρεπτικής αξίας.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΕΛΙΑΣ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΑ ΒΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ Γ. Κωνσταντακόπουλος, Χρ. Φωτόπουλος, Η. Καντάρος, Γ. Βεηκωντής, Π. Παπαδόπουλος
  2. Ελιά & Λάδι, Μεσογειακή Διατροφή, Τσουχτίδη Κατερίνα, Εκδόσεις Toubis
  3. Καρποί της γης, Εκδόσεις Κέδρος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

12 + eight =