Οι πρωτεΐνες, αποτελούν ως γνωστόν το ένα από τα 3 βασικά μακροθρεπτικά συστατικά, στο σύνολο του ημερήσιου σιτηρεσίου ενός ατόμου. Επισήμως θεωρεούνται από τους αθλητές, ως το σημαντικότερο θρεπτικό συστατικό για την επιτυχία. Τα τελευταία χρόνια, μελέτες, αλλά και γεγονότα από την καθημερινή ζωή, την έχουν καθιερώσει εμπειρικά, ως το πιο χρήσιμο και σημαντικό διατροφικό «στοιχείο», για την ανάπτυξη, εξέλιξη, και αντοχή του μυϊκού συστήματος. Αυτό από μόνο του εξηγεί σημαντικά, γιατί έχει μετατραπεί και σε ένα πολύ εύκολα προμηθεύσιμο και εξωγενώς χορηγούμενο διατροφικό συμπλήρωμα.

Εξετάζοντας το ρόλο τους πιο επισταμένα, και ιδιαιτέρως, σε ευθεία συνάρτηση, με την αλληλεπίδρασή τους, με τη φυσική άσκηση και τη γυμναστική, παρουσιάζει ενδιαφέρον να αναφερθούμε στο πώς επιδρούν στο μυϊκό σύστημα, αλλά και στον μηχανισμό με τον οποίο επηρεάζουν τον έλεγχο του βάρους και των υποφυσιακών κέντρων πείνας και όρεξης.

Το δίλημμα σχετικά με την ποσότητα της ημερήσια καταναλισκόμενης πρωτεΐνης, είναι, σε μεγάλο βαθμό, μη ρεαλιστικό.

Διεθνείς επίσημες έρευνες, καταδεικνύουν σαφώς, πως το πιο μεγάλο ποσοστό των εν ενεργεία αθλητών παγκοσμίως, καταναλώνουν ποσότητες της τάξης του 1,2 με 1,6 γραμμαρίων ανά κιλό σωματικού βάρους την ημέρα και χωρίς να κρίνεται αναγκαία η χρήση εξωγενών συμπληρωμάτων διατροφής, αφού μέχρι αυτήν την ποσότητα, ο αθλητής μπορεί να καλυφθεί και από το ημερήσιο διαιτολόγιό του. Ανάλογο ρόλο, παίζει φυσικά και η επαρκής συνολική ενεργειακή πρόσληψη, για την επίτευξη του ιδανικού ενεργειακού ισοζυγίου (ενεργειακή πρόσληψη = ενεργειακή απώλεια = διατήρηση βάρους).

Τα επιστημονικά τεκμηριωμένα νέα, σχετικά με το αν κρίνεται ορθή ή λανθασμένη η υιοθέτηση ενός διαιτολογίου πλούσιου σε πρωτεΐνη ή τη χορήγηση ενός, όπως καλείται, «πρωτοκόλλου πρωτεΐνωσης», έρχονται από το Πανεπιστήμιο της Florida. Ομάδα ερευνητών δημοσίευσαν το 2004 μελέτη στο «American Journal of Clinical Nutrition», όπου συμπέραναν ότι, σε σχέση με τα υπόλοιπα δύο μακροθρεπτικά συστατικά (υδατάνθρακες και λίπη), οι πρωτεΐνες απαιτούν μεγαλύτερη προσπάθεια από τον οργανισμό, προκειμένου να διασπαστούν στους δομικούς τους λίθους, και επομένως, έχουν μεγαλύτερο ενεργειακό κόστος, κατά τη διάρκεια της πέψης.

Μια άλλη θεμελίωση των παραπάνω, είναι η προσέγγιση του πεπτιδίου ΥΥ. Σύμφωνα με αυτήν, η διατροφική υπερπρόσληψη πρωτεΐνης, έχει συνδεθεί άρρηκτα, με μειωμένη όρεξη σε ανθρώπους, και μεγαλύτερη ευκολία στην ταχεία αλλαγή κατηγορίας βάρους, από τους αθλητές όλων των επιπέδων, λόγω της έκκρισης μιας ορμόνης που ρυθμίζει την όρεξη, και ονομάστηκε «πεπτίδιο ΥΥ».

Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω, θα μπορούσε να αναφέρει κάποιος πως, όσο και αν οι φήμες, οι υπερβολές, οι λανθασμένες προσεγγίσεις και αντιλήψεις, γύρω από το τεράστιο θέμα της ιδανικής ημερήσιας πρωτεΐνικής πρόσληψης, πιο πολύ παραπληροφορούν, παρά ενημερώνουν σωστά την κοινή γνώμη, οι κοινές παραδοχές είναι δύο:

Ένα προσαρμοσμένο διαιτολόγιο, με αύξηση της ποσότητας της πρωτεΐνης μπορεί να συντελέσει σημαντικά στην απώλεια βάρους και στον έλεγχο ή τη σταθεροποίηση αυτού του βάρους.

Μια μικρή αύξηση στην αντιστοιχία των προσλαμβανόμενων γραμμαρίων πρωτεΐνης, ανά κιλό βάρους σώματος/ημέρα, τείνει να έχει ευεργετική επίδραση στην αύξηση των αθλητικών επιδόσεων, χωρίς αυτό να σημαίνει πως η υπερβολική πρόσληψη του συγκεκριμένου μακροθρεπτικού συστατικού, θα επιφέρει εντυπωσιακότερα αποτελέσματα.

LEAVE A REPLY