Σαν φοιτήτρια, αλλά και όταν τελείωσα το Πανεπιστήμιο θυμάμαι ότι οι «κετόνες» θεωρούνταν ως κάτι πολύ «κακό» και ότι οι «κετογονικές» δίαιτες, προτείνονταν μόνο για την αντιμετώπιση της ανθεκτικής στην φαρμακευτική αγωγή επιληψία σε παιδιά.

Καθώς η επιστήμη εξελίσσεται, πλέον οι κετογονικές δίαιτες φαίνεται πιθανόν ότι μπορεί να βοηθήσουν στον σακχαρώδη διαβήτη (τύπου 2), στον καρκίνο, τη νόσο του Alzheimer και στην απώλεια βάρους. (Freeman, (2007):)

Η κετογονική δίαιτα (ή η κετο εν συντομία) είναι μια δίαιτα πολύ χαμηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες, μέτρια προς χαμηλή σε πρωτεΐνη και υψηλής περιεκτικότητα σε λιπαρά. Μοιράζεται πολλά κοινά στοιχεία με την δίαιτα Atkins και άλλες χαμηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες δίαιτες, πχ. Paleo. Αυτή η μείωση των υδατανθράκων, βάζει τον οργανισμό σε μια μεταβολική κατάσταση, που ονομάζεται κέτωση. Όταν συμβεί αυτό, το σώμα στρέφεται στην καύση λίπους για ενέργεια, καθώς μετατρέπει το κινητοποιημένο λίπος σε κετόνες στο ήπαρ, οι οποίες μπορούν να παρέχουν ενέργεια στον εγκέφαλο. Η κέτωση διαφέρει από την κετοξέωση, μια επιπλοκή στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, που μπορεί να αποβεί μοιραία για την ζωή και οφείλεται στην έλλειψη ινσουλίνης.

Υπάρχουν διάφοροι τύποι της κετογονικής δίαιτας, όπως:

• Standard κετογονική (SKD): περιέχει περίπου 75% λίπος, 20% πρωτεΐνη και μόνο 5% υδατάνθρακες
• Κυκλική κετογονική δίαιτα (CKD): περιλαμβάνει περιόδους υψηλότερου υδατάνθρακα, όπως 5 ημέρες κετογονικής ακολουθούμενες από 2 ημέρες από δίαιτα με υψηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες.
• Στοχευμένη κετογονική (TKD): με περισσότερους υδατάνθρακες πριν και μετά από προπονήσεις.
• Κετογονική δίαιτα υψηλής πρωτεΐνης: παρόμοια με μια τυπική κετογονική διατροφή, αλλά περιλαμβάνει περισσότερες πρωτεΐνες. Ο λόγος είναι συχνά 60% λίπος, 35% πρωτεΐνη και 5% υδατάνθρακες.

Η υψηλή περιεκτικότητα σε λίπος της κετογονικής δίαιτας προκαλεί αυξημένες κετόνες, χαμηλότερα επίπεδα σακχάρου στο αίμα και βελτιωμένη ευαισθησία στην ινσουλίνη, που οδηγούν σε καλύτερο έλεγχο της πείνας, σε σχέση με μια τυπική υποθερμιδική δίαιτα χαμηλού λίπους και υψηλών υδατανθράκων για απώλεια βάρους.

Αναφορικά με την βραχυπρόθεσμη επίδραση στην μείωση του βάρους, τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά. Μελέτη διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι σε κετογονική δίαιτα έχασαν 2,2 φορές περισσότερο βάρος από ότι σε μια δίαιτα με χαμηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά περιορισμένη σε θερμίδες, ενώ επίσης τα επίπεδα τριγλυκεριδίων και HDL χοληστερόλης βελτιώθηκαν. (Brehm, (2003): )

Όσον αφορά τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, μελέτη διαπίστωσε ότι η ομάδα της κετογονικής έχασε περισσότερο βάρος (11,1 κιλά), σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου (6,9 κιλά) με δίαιτα υψηλότερων υδατανθράκων και επιπλέον, το 95,2% της κετογονικής ομάδας ήταν σε θέση να σταματήσει ή να μειώσει τη αντιδιαβητική αγωγή, σε σύγκριση με το 62% στην ομάδα ελέγχου. (Westman, (2008))

Στην κετογονική διατροφή, το μεγαλύτερο μέρος των γευμάτων πρέπει να αποτελείται από:

• Περιορισμένη ποσότητα σε κρέας: Κόκκινο κρέας, χοιρινό, σκούρο κρέας από κοτόπουλο και γαλοπούλα.
• Λιπαρά ψάρια: σολομός, η πέστροφα, σαρδέλα, σκουμπρί.
• Ολόκληρα αυγά
• Βούτυρο και κρέμα γάλακτος
• Πλήρη Τυριά
• Ξηρούς καρπούς και σπόρους
• Έλαια: Εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, έλαιο καρύδας και έλαιο αβοκάντο.
• Αβοκάντο και ελιές
• Λαχανικά χαμηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες: πράσινα φυλλώδη λαχανικά, αγγούρι, κρεμμύδια, πιπεριές κλπ.
• Καρυκεύματα: αλάτι, πιπέρι και βότανα και μπαχαρικά.

Αν και η κετογονική δίαιτα είναι ασφαλής για τους περισσότερους υγιείς ενήλικες, 2-3 ημέρες μετά την έναρξή της, όταν τα αποθέματα γλυκογόνου στον οργανισμό εξαντληθούν και το σώμα προσαρμόζεται στην χρήση των κετωνών, μπορεί να υπάρξουν κάποια ανεπιθύμητα συμπτώματα παρενέργειες, γνωστά ως «κέτο-γρίπη» τα οποία συνήθως διαρκούν 3-7 ημέρες.

Τα συμπτώματα αυτά περιλαμβάνουν: κακή διάθεση, μειωμένη διανοητική λειτουργία, αυξημένη πείνα, προβλήματα ύπνου, ναυτία, πεπτική δυσφορία και μειωμένη απόδοση στην άσκηση. Για να ελαχιστοποιηθούν, η σταδιακή μετάβαση από μια δίαιτα χαμηλών υδατανθράκων σε κετογονική μπορεί να βοηθήσει για τις πρώτες εβδομάδες και τουλάχιστον στην αρχή, είναι σημαντικό να αποφευχθεί ο δραστικός περιορισμός των προσλαμβανόμενων θερμίδων.

Επειδή η κετογονική δίαιτα μπορεί να αλλάξει την ισορροπία νερού και ηλεκτρολυτών στο σώμα, είναι χρήσιμο να προστίθεται επιπλέον αλάτι στα γεύματα ή/και συμπλήρωμα ηλεκτρολυτών (πχ. κάλιο, νάτριο, μαγνήσιο).

Παρόλο που η κετογονική δίαιτα περιλαμβάνει μειωμένη ποσότητα σε βιταμίνες όπως C και αντιοξειδωτικά, φαίνεται ότι το οξειδωτικό στρες και η φλεγμονή περιορίζεται και για αυτό η λήψη αντιοξειδωτικών δεν είναι απαραίτητη. (McPherson, (2012))

Επειδή η κετογονική αποκλείει ολόκληρες ομάδες τροφίμων, όπως δημητριακά, όσπρια, αμυλούχα λαχανικά και τα περισσότερα φρούτα, δεν είναι μια «δίαιτα» για όλους και πρέπει να αποφεύγεται από άτομα με αρρύθμιστες νόσους, διατροφική διαταραχή, προβλήματα στο γαστρεντερικό, παιδιά ή εφήβους, καθώς και από εγκύους. Εφόσον ο ειδικός κρίνει ότι η κετογονική μπορεί να βοηθήσει τον ασθενή, θα πρέπει να σχεδιαστεί και να υποστηρίζεται καθόλη την διάρκειά της από έμπειρο διαιτολόγο- διατροφολόγο για την σωστή εφαρμογή και την αποφυγή τυχόν επιπλοκών.

Βιβλιογραφία

  1. Brehm, B. J. ( (2003): ). “A randomized trial comparing a very low carbohydrate diet and a calorie-restricted low fat diet on body weight and cardiovascular risk factors in healthy women.” . The Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism , σ. 88.4 161.
    Freeman, J. M. ((2007):). “The ketogenic diet: one decade later.”. Pediatrics , σ. 119.3 535.
  2. McPherson, P. A. ((2012)). “The biochemistry of ketogenesis and its role in weight management, neurological disease and oxidative stress. . ” Journal of physiology and biochemistry 68.1 , σσ. 141-151.
  3. Westman, E. C. ((2008)). “The effect of a low-carbohydrate, ketogenic diet versus a low-glycemic index diet on glycemic control in type 2 diabetes mellitus.” . Nutrition & metabolism , σ. 5.1 : 36.